GreekEnglish (United Kingdom)

Μενού

Follow us on

 





I.C. - Αγγίζοντας την άλλη πλευρά
Ευρετήριο Άρθρου
I.C.
Αγγίζοντας την άλλη πλευρά
Ένα πρωινό
Ένα παράξενο λουλούδι
Interna Corporis
Όνειρο μέσα σε όνειρο
Όλες οι Σελίδες

Αγγίζοντας την άλλη πλευρά


Ήταν τέλη Οκτώβρη, μια νύχτα που φαινομενικά έμοιαζε με κάθε άλλη, τότε που, γυρνώντας στο σπίτι του λίγο πριν τα μεσάνυχτα, τον περίμενε η μεγαλύτερη έκπληξη. Έστριψε αργά στη γωνία προσπαθώντας να αντέξει λίγο ακόμα μέχρι ν’ ανέβει τα σκαλιά της παλιάς πολυκατοικίας, στην οποία έμενε εδώ και δυο χρόνια σε μια πυκνοκατοικημένη γειτονιά της Αθήνας. Για πολλοστή φορά υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι αυτή θα ήταν η τελευταία που έπινε αλκοόλ…μια υπόσχεση που γνώριζε ήδη ότι θα αναιρούσε το επόμενο κιόλας βράδι. Άνοιξε με δυσκολία την εξώπορτα, παρ’ όλο που έμενε πάντα ανοιχτή (ο αφαλός είχε χαλάσει και το χερούλι κρεμόταν) και άρχισε να ανεβαίνει αργά τα σκαλιά. Το μόνο που σκεφτόταν – εκτός απ’ την ατυχία του να μην υπάρχει ασανσέρ – ήταν η στιγμή που θα έπεφτε στο κρεβάτι, προσπαθώντας να απαλλαγεί κάπως απ’ τον τρομερό πονοκέφαλο.

 

Μόλις έφτασε στο πλατύσκαλο του 2ου ορόφου έριξε μια ματιά στο ρολόι που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο: 12:00. «Περίεργο», σκέφτηκε, «ποιος έβαλε αυτό το ρολόι εδώ;». Στον όροφο εκείνο βρισκόταν μόνο το διαμέρισμά του κι αν κάποιος άλλος ένοικος ήθελε να βάλει για οποιοδήποτε λόγο ένα ρολόι θα το είχε κάνει έξω απ’ το δικό του διαμέρισμα ή στην είσοδο της πολυκατοικίας. Και, τέλος πάντων, θα είχε βάλει ένα κανονικό ρολόι τοίχου κι όχι ένα ρολόι χειρός κρεμασμένο από μια πρόκα στον τοίχο! Η ζαλάδα δεν τον άφησε να συνεχίσει τις σκέψεις του και με βιαστικές, αν και άχαρες, κινήσεις προσπάθησε να βγάλει τα κλειδιά απ’ την τσέπη του.

Η απόσταση απ’ το πάτωμα του φαινόταν εξαιρετικά μακρινή, αλλά δεν είχε επιλογή. Με μια δυναμική προσπάθεια έσκυψε για να σηκώσει τα κλειδιά που του είχαν πέσει και ξανασηκώθηκε. Περιέργως, άρχισε να αισθάνεται πολύ καλύτερα, ο πονοκέφαλος κι η ζαλάδα που τον βασάνιζαν τόση ώρα είχαν εξαφανιστεί! «Τι στο διάολο…», αναρωτήθηκε, αλλά δεν έδωσε και ιδιαίτερη σημασία. Του έφτανε που αισθανόταν ήδη υπέροχα και για μια στιγμή σκέφτηκε να γυρίσει στο συνοικιακό μπαράκι που σύχναζε σχεδόν καθημερινά. «Ευκαιρία να γνωρίσω κι εκείνη τη μελαχρινούλα που είχε φτάσει λίγο πριν φύγω και καθόταν μόνη της…μάλλον καμιά φίλη της Καίτης θα ήταν» (η Καίτη ήταν η σερβιτόρα και τις είχε δει να μιλούν πριν φύγει). «Τέλος πάντων, ας μπω λιγάκι στο σπίτι και βλέπουμε…τουλάχιστον να πάρω ένα μπουφάν μαζί, έχει αρχίσει να χειμωνιάζει…» και μ’ αυτές τις σκέψεις έβαλε το κλειδί στην πόρτα.

 

Η έκπληξή του γρήγορα μετατράπηκε σε θυμό μαζί με απορία. Το κλειδί δε γυρνούσε με τίποτα! Το κοίταξε, βεβαιώθηκε ότι ήταν το σωστό, ξαναδοκίμασε, αλλά πάλι απέτυχε. «Γαμώ το…» καμιά βρισιά δεν μπορούσε να τον ικανοποιήσει για να ολοκληρώσει τη φράση του που επαναλάμβανε ξανά και ξανά. Πήρε γρήγορα τηλέφωνο έναν κλειδαρά, του έδωσε τη διεύθυνση και του είπε ότι θα τον περιμένει μπροστά στην είσοδο του διαμερίσματος. Εκείνος τον διαβεβαίωσε ότι το πολύ σε δύο λεπτά θα ήταν εκεί. Έκλεισε το τηλέφωνο, έβγαλε το σακουλάκι με τον καπνό κι άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο…

 

Πράγματι, σε δυο λεπτά άκουσε γοργά βήματα στη σκάλα. «Εδώ, επάνω!» φώναξε και κοίταξε προς το πλατύσκαλο, στο οποίο αμέσως εμφανίστηκαν δυο αστυνομικοί με προτεταμένα όπλα και μια έκφραση απορίας ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους.

 

- Ακίνητος!, αναφώνησε ο ένας απ’ αυτούς, ψηλά τα χέρια σου να τα βλέπω.

- Τι συμβαίνει ρε παιδιά; απάντησε φανερά απορημένος.

- Ψηλά σου είπα τα χέρια σου, τώρα! Και απομακρύνσου απ’ την πόρτα.

 

Ο Μενέλαος έκανε δυο βήματα προς το μέρος τους και σήκωσε τα χέρια του ανοίγοντας ταυτόχρονα τις παλάμες του για να τους δείξει ότι δεν κρατά κάποιο όπλο. Ο ένας αστυνομικός κατευθύνθηκε προς την πόρτα του διαμερίσματός του και χτύπησε.

 

- Ανοίξτε, παρακαλώ, αστυνομία! Μας καλέσατε.

 

Το φως της εισόδου του διαμερίσματός του άναψε, η πόρτα ακούστηκε να ξεκλειδώνει από μέσα, άνοιξε σιγά σιγά κι ένας ηλικιωμένος ξεπρόβαλλε δειλά. Ο Μενέλαος δεν πίστευε στα μάτια του! Κάποιος άγνωστος βρισκόταν στο σπίτι του, είχε αλλάξει την κλειδαριά του και είχε φωνάξει και την αστυνομία να τον συλλάβει; Ήταν αδιανόητο! Μια τερατώδης οργή τον είχε κατακλύσει, άνοιξε το στόμα του έτοιμος να διαμαρτυρηθεί για το παράλογο της υπόθεσης, να απαιτήσει αυτός εξηγήσεις για όσα συνέβαιναν. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε να επιστρέφει ο πονοκέφαλος, πιο δυνατός από πριν, άρχισε πάλι να ζαλίζεται, η εικόνα εμπρός του θόλωνε γοργά… δυσκολευόταν να διακρίνει τους αστυνομικούς, τον ηλικιωμένο που βγήκε απ’ το διαμέρισμά του κι άρχισε να τους εξηγεί ότι άκουσε κάποιον να προσπαθεί να παραβιάσει την κλειδαριά της πόρτας του κι αυτός κάλεσε έντρομος την Άμεση Δράση… ο ήχος χαμήλωνε στ’ αυτιά του Μενέλαου, τα χρώματα μπερδεύονταν και τελικά λιποθύμησε. Το μόνο που πρόλαβε να συνειδητοποιήσει πριν σωριαστεί στο πάτωμα ήταν ότι η ώρα είχε πάει 12:15.

 

Άνοιξε τα μάτια του και για μια στιγμή προσπάθησε να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Είδε στον απέναντι τοίχο ένα γνώριμο πίνακα, κάτι απ’ αυτά που σχεδίαζε ο ίδιος πριν αρκετά χρόνια, δεξιά τη βιβλιοθήκη του και πάνω στο τραπεζάκι εμπρός του μερικά περιοδικά που διάβαζε συχνά. Δεν υπήρχε αμφιβολία, καθόταν στον καναπέ του σπιτιού του, αλλά ακόμη δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει…

 

- Ξύπνησες; Πάλι καλά που σε βρήκα και σε μάζεψα.

 

Η φωνή ακούστηκε αρκετά γνώριμη, αλλά όχι οικεία. Έστρεψε το βλέμμα του αριστερά και αντίκρισε τον Γιάννη, το διαχειριστή της πολυκατοικίας, να έρχεται προς το μέρος του κρατώντας ένα φλιτζάνι καφέ.

 

- Σου έφτιαξα έναν καφέ. Έλα, πιες. Ευτυχώς που είχα πάει επίσκεψη σ’ ένα φίλο μου σήμερα και άργησα να γυρίσω. Σε βρήκα πεσμένο μπροστά στην πόρτα και στην αρχή, ομολογώ, ανησύχησα. Μόλις πλησίασα, βέβαια, κατάλαβα…η μυρωδιά του αλκοόλ ήταν διαπεραστική. Τα κλειδιά σου ήταν πεταμένα στο πλάι και πήρα το θάρρος…

- Σ’ ευχαριστώ…

- Καλά ρε συ, δεν τρέχει τίποτα, μην το παρακάνεις όμως με το ρημάδι. Ποιος ξέρει πόση ώρα ήσουν εκεί…

- Τι ώρα είναι;

- 12:30

- Ένα τέταρτο…

- Πάλι καλά…

- Μπορεί και μισάωρο…δε μου λες, ήταν κανείς άλλος εδώ όταν ήρθες;

- Πού εδώ, στο διαμέρισμά σου; Όχι, βέβαια, η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Μάλιστα, αυτές τις μέρες δεν είναι κανείς σ’ όλη την πολυκατοικία. Τριήμερο βλέπεις, έχουν φύγει όλοι.

- Είδες κανένα περιπολικό απ’ έξω;

- Όχι, δε νομίζω…με τρομάζεις ρε Μενέλαε. Συνέβη κάτι; Σε ψάχνει η αστυνομία;

- Με βρήκε, χα χα!

 

Χαμογέλασε και ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ, ο οποίος ευτυχώς είχε αρχίσει να επιδρά θετικά. Ο πονοκέφαλος είχε υποχωρήσει αισθητά και δε ζαλιζόταν πλέον καθόλου.

 

- Αλλά δεν ξέρω γιατί μ’ αφήσανε…ή γιατί τους άφησα εγώ…κι εκείνον τον γέρο…

- Τι λες;

- Τίποτα, άσε με, όλα καλά. Σ’ ευχαριστώ πολύ…

- Είσαι εντάξει; Μήπως θέλεις κάτι, να σε βοηθήσω; Μη σε νοιάζει για μένα, δεν με απασχολείς, ειλικρινά.

- Όχι, να ‘σαι καλά, μην ανησυχείς. Μια χαρά είμαι, θα πάω να κοιμηθώ.

- Καλώς! Αν είναι έτσι, να σ’ αφήσω να ξεκουραστείς.

 

Ο Γιάννης σηκώθηκε και στράφηκε προς την πόρτα. Έριξε μια τελευταία ματιά συμπόνιας στο Μενέλαο πριν κλείσει την πόρτα πίσω του. «Ποιος ξέρει τι να έπαθε ο καημένος…άτιμα θηλυκά!» σκέφτηκε, καθώς κατευθυνόταν προς τη σκάλα για να πάει στο διαμέρισμά του. Για κάθε παράξενη συμπεριφορά ενός άντρα ήταν σίγουρος ότι ευθυνόταν μια ερωτική αποτυχία.

 

Ο Μενέλαος δεν μπορούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Πήρε τα κλειδιά του και τα δοκίμασε στην πόρτα. Η πόρτα κλείδωνε και ξεκλείδωνε κανονικότατα. Την άνοιξε και κοίταξε έξω το διάδρομο. Κανείς. Παρατήρησε τον τοίχο στον οποίο είχε δει το ρολόι. Τίποτα. «Οπότε», σκέφτηκε, «μπορεί να μην ήμουν μόνο μισή ώρα εδώ έξω…». Το φως, φυσικά, της εισόδου του ήταν σβηστό. «Μυστήρια πράγματα…» σιγοψιθύρισε. «Τόσο χάλια έγινα απ’ το ποτό; Μα τόσο; Κι είναι η πρώτη φορά που λιποθυμώ». Έκλεισε την πόρτα και κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Αυτό που είχε σημασία προς το παρόν ήταν να πέσει για ύπνο. Αλλά οι σκέψεις δεν τον άφηναν στιγμή. Η κατάσταση που είχε βιώσει ήταν πέρα για πέρα αληθινή, ήταν σίγουρος…αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό; Και πώς ήταν δυνατό κάτι τέτοιο; Μετά από αρκετή ώρα ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν και να βυθίζεται στον κόσμο των ονείρων.

 

Το επόμενο πρωινό τον βρήκε ευδιάθετο, αν και τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας ακόμα του δημιουργούσαν σκέψεις και ερωτηματικά. Σ’ αυτές τις σκέψεις είχε προστεθεί και η έντονη παρουσία μιας γυναικείας μορφής που για κάποιο λόγο θεωρούσε σημαντική. Ήταν το μόνο που θυμόταν απ’ τα όνειρα που πιθανόν είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Κι επειδή γενικότερα στη ζωή του ήταν σπάνιες οι φορές που θυμόταν κάποιο όνειρο, όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο το θεωρούσε σαν «οιωνό», σαν κάτι άξιο προσοχής και κάποιας σημασίας. Προσπάθησε να θυμηθεί κάποιο άλλο στοιχείο, κάτι περισσότερο απ’ τα όνειρά του, αλλά μάταια. Μόνο η μορφή της κοπέλας είχε καταφέρει να παραμείνει ως ανάμνηση. Μάλιστα, αυτή η μορφή, αν και αρκετά ακαθόριστη, του έφερνε φευγαλέα στο νου εκείνη την κοπέλα που είχε παρατηρήσει στο μπαρ, λίγο πριν φύγει για να επιστρέψει στο σπίτι. «Δε θα ‘ναι δύσκολο να τη βρω» σκέφτηκε. «Αλλά ας τ’ αφήσουμε γι’ αργότερα αυτά. Έχω δουλειά να κάνω».

 

Σηκώθηκε, ετοίμασε καφέ και κατευθύνθηκε στο γραφείο του. Ήταν ένα δωμάτιο του σπιτιού του, στο οποίο περνούσε τις περισσότερες ώρες του “ελεύθερου χρόνου” του μελετώντας διάφορα θέματα που τον ενδιέφεραν. Την εποχή αυτή ασχολούταν κυρίως με τη μελέτη των λατινικών και με μεταφράσεις διαφόρων κειμένων στα λατινικά. Μάλιστα, είχε καταφέρει να βρει κάποια αποσπάσματα σπάνιων έργων από γνωστούς αλλά και άγνωστους συγγραφείς και είχε επιδοθεί με μανία στη μετάφρασή τους. Το σημαντικότερο απ’ αυτά, αυτό που παρουσίαζε εξαιρετικό ενδιαφέρον για το Μενέλαο, ήταν μια πραγματεία “περί της Αλήθειας, του Θεού και των Κόσμων” όπως ονομαζόταν, από κάποιον ανώνυμο συγγραφέα, που απ’ όσο μπόρεσε να ανακαλύψει είχε γραφτεί κάπου μεταξύ του 11ου και 12ου αιώνα μ.Χ. και το οποίο “απαγορεύτηκε” απ’ την επίσημη Εκκλησία. Ειδικά, η χρησιμοποίηση της λέξης “Κόσμοι” στον τίτλο, αντί του “Κόσμου” όπως θα ανέμενε κανείς, είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον του.