GreekEnglish (United Kingdom)

Μενού

Follow us on

 





Wolkenkuckucksheim
Ευρετήριο Άρθρου
Wolkenkuckucksheim
Κρυμμένη ζωή
Μονόκερως
Πανωλεθρία
Περίπατος στο εκεί
Εξήγησις
Όλες οι Σελίδες

Το δεύτερο διήγημα του Round Robin από την ομάδα Swords.

 

Γράφουν οι:

synodoiporos

deusXmachina

Jim Crow

Smaug

Man In Yellow

 

Ολόκληρο το διήγημα μπορείτε επίσης να το κατεβάσετε και σε μορφή pdf, πατώντας εδώ.

 

 


Καθισμένη, χωρίς να κοιμάται, με μόνο τη γαλάζια αναλαμπή και το σιγανό μουρμουρητό της τηλεόρασης να σπάει τη σιωπή μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, μπορούσε να ακούει ταυτόχρονα το εφησυχασμένο ροχαλητό του συζύγου της, που κείτονταν ανάσκελα στο πλάι, και την απαλή ανάσα του μωρού, που γαληνεμένο πια κοιμόταν, στην άλλη άκρη του δωματίου, μέσα στην κούνια του. Τον τελευταίο καιρό είχε άσχημο ύπνο. Αισθανόταν πως δεν μπορούσε να ξεπεράσει την ταραχή της από την πρόσφατη αρρώστια του μωρού και, πολύ συχνά, πεταγόταν ακόμη ανήσυχη μέσα στη νύχτα. Τα πάντα όμως, όπως κι απόψε, ήταν ήσυχα γύρω της.

Τον τελευταίο καιρό έπιανε το νου της να πετάει σε σκέψεις περίεργες, σε σκέψεις που επέμεναν να ανακυκλώνουν περιστατικά της ζωής της και την υποχρέωναν σε απολογισμούς. Μα τι της συνέβαινε; Τώρα, που είχε πετύχει να φέρει τη ζωή της σε ιδανική κατάσταση, παντρεμένη με έναν άντρα που αγαπούσε, με ένα μωρό υγιές που μπορούσε να αναθρέψει με όλη της την αγάπη κι έχοντας κατορθώσει να διατηρήσει τη δουλειά της, τώρα ακριβώς ήταν που ένιωθε τόσο πιεσμένη κι ανήσυχη, χαμένη μέσα σε έναν στρόβιλο γεγονότων που στερούνταν – τρόμαζε και μόνο στην ιδέα – που στερούνταν νοήματος. Κι έψαχνε να βρει τι ακόμη αναζητούσε…

Απόψε σηκώθηκε από το κρεβάτι και, αφού έριξε μια ματιά στο μωρό – τι γλυκά που κοιμόταν! – γλίστρησε έξω από το δωμάτιο παίρνοντας τη ρόμπα της από την καρέκλα. Οι σκιές στο διάδρομο μεγάλωσαν προς στιγμήν την ταραχή της, αλλά οι δυνατοί προβολείς ενός διερχόμενου αυτοκινήτου έστρεψαν τη ματιά της στη τζαμαρία του σαλονιού. Όλο το σπίτι ησύχαζε μες στη σιωπή. Ήταν φθινόπωρο, μέσα Οκτωβρίου, κι έξω, μέχρι τα όρια του μικρού περιφραγμένου κήπου τους όπου μπορούσε να δει, τα κλαδιά των δένδρων χόρευαν στο ρυθμό του ανέμου.

Βυθίστηκε σε μία πολυθρόνα, μαζεύοντας τα πόδια όσο πιο ψηλά μπορούσε, χωρίς να ανάψει το φως του μικρού λαμπατέρ που έγερνε πάνω από το έπιπλο στ’ αριστερά της. Προτιμούσε καλύτερα αυτή την ώρα το φυσικό ημίφως της νύχτας. Έβρισκε πως αυτό ταίριαζε περισσότερο με τις σκέψεις της, με την επίσης υποφωτισμένη διάθεσή της, που έμοιαζε με ένα μικρό φωτεινό κύκλο μέσα σε μία μεγάλη μαυρίλα. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα. «Ένα μικρό φως, μέσα σε σκοτεινό δωμάτιο» είπε κι ευθύς ανατρίχιασε με τα λόγια της αυτά. Ωραία, τώρα θα γινόταν και ποιήτρια. Μια ανεξήγητα μελαγχολική ποιήτρια μέσα στην ερημιά της νύχτας.

Κι όμως, υπήρξε μία περίοδος, όταν ήταν ακόμη νεαρή κι ανύπαντρη, που είχε αγαπήσει τους στίχους. Ήταν μία εποχή που βρέθηκε κοντά στους στίχους και κοντά στους ανθρώπους που τους έγραφαν και τους τραγουδούσαν. Σ’ αυτό είχε βοηθήσει βέβαια και η δουλειά της – η δημοσιογραφία – και το ότι, εκείνον τον καιρό, είχε επιλέξει ένα μουσικό περιοδικό για να την εξασκήσει. Ήταν μία ξεχωριστή εποχή, που ανέτρεψε πολλά πράγματα στη ζωή της – τόσο ξεχωριστή μάλιστα, που έπειτα, τα χρόνια που ακολούθησαν, είχε προσπαθήσει να την απωθήσει και να την ξεχάσει για πάντα…

Χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε με τη φίλη της, την Αλίκη, σήμερα το απόγευμα. Η Αλίκη ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερή της, στα τριάντα πέντε, αλλά συζητούσαν μαζί σαν να ήταν συνομήλικες, και το γεγονός ότι είχε παντρευτεί πολύ νωρίτερα, με δύο γιους στην εφηβεία, την έκανε να νιώθει σαν μαθητευόμενη απέναντί της. «Ώστε υπήρξες λοιπόν η Αλίκη των θαυμάτων!» της είχε πει γελώντας, με εκείνη τη λοξή ματιά που πολλοί άντρες έβρισκαν ακαταμάχητη στο παρελθόν. Κάθονταν στο σαλόνι, εκείνη στη θέση που βρισκόταν τώρα – ξεφυλλίζοντας ένα περιοδικό μόδας, όπου τα μοντέλα πόζαραν μπροστά από εξωτικά τοπία – και μασουλώντας φρυγανιές από ένα κοινό πιατάκι είχαν θυμηθεί όλες τις καλοκαιρινές διακοπές τους, όλα τα μέρη και τα νησιά που είχαν παραθερίσει, όταν ήταν ακόμη νέες, πάνω στην τρέλα. «Ναι, ναι, των θαυμάτων» είπε η φίλη της, ανταποκρινόμενη στο αστείο. «Και τώρα;» είχε ρωτήσει, αλλά, με το που ξεστόμισε αυτά τα λόγια, ένιωσε μια περίεργη αίσθηση να την καταλαμβάνει και νόμισε πως φάνηκε αυτό στα μάτια και στο πρόσωπό της. Ήθελε να έβλεπε τον εαυτό της εκείνη τη στιγμή – α, να είχε έναν καθρέπτη απέναντί της, όπου θα μπορούσε να κοιταχθεί – να έβλεπε την στιγμιαία θλίψη και απορία της. «Και τώρα;… Και τώρα, των ακαμάτων» απάντησε η Αλίκη και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

 

Αναρωτιόταν αν η φίλη της είχε καταλάβει τη διάθεσή της. Μήπως φευγαλέα την είχε αισθανθεί να χρωματίζει με πιο μελαγχολικές αποχρώσεις τις συναντήσεις τους. Φυσικά, όποτε βρίσκονταν, δεν συζητούσαν καθόλου γι’ αυτά, τίποτα δυσάρεστο δεν άφηναν να τους απασχολεί στην κοινή τους ώρα, προτιμούσαν να ξεχνούν τις σκοτούρες τους και να διασκεδάζουν ανάλαφρα. Άλλωστε πόσες ευκαιρίες είχαν για κάτι τέτοιο; Σκεφτόταν πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να ζαλίσει την Αλίκη με τις δικές της δυσάρεστες σκέψεις, σίγουρα αρκετές θα είχε και η ίδια από μόνη της, και ας μην τις μοιραζόταν. Όμως ένιωθε ταυτόχρονα την ανάγκη κάπου να μιλήσει…

Κι από την άλλη, ο Αντώνης – ο σύζυγός της – παραπονιόταν συχνά πως κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό της, πως δεν επικοινωνούν πια το ίδιο καλά, όπως στο παρελθόν. Της έκανε παρατηρήσεις πως έμενε αφηρημένη, πως ξεχνούσε υποχρεώσεις που η ίδια, χωρίς να την πιέσει κανείς, είχε αναλάβει και πως την απασχολούσε περισσότερο η δουλειά και οι φίλες της παρά το παιδί τους. Κι εκείνη είχε θυμώσει μαζί του. Ήταν απαίσιο να την κατηγορεί έτσι και να εμπλέκει και το παιδί σε όλα αυτά. Μόνο η ίδια ήξερε πόσο το αγαπούσε το παιδί.

Όταν την έπιασαν οι πόνοι και κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα, μπήκε μόνη της στο αυτοκίνητο και οδήγησε με ψυχραιμία ως το νοσοκομείο. Ενώ ο Αντώνης έφτασε όταν όλα είχαν πια τελειώσει και μπήκε στην αναστατωμένη αίθουσα εγκυμοσύνης, μόνο για να την βρει με το μωράκι τους στην αγκαλιά. Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της, καθώς αισθάνθηκε πως όλα ολοκληρώνονταν και έβρισκαν την εκπλήρωσή τους σε αυτό το μικρό ανθρωπάκι, με το ρόδινο ζαρωμένο δέρμα και τα λεπτούλικα άκρα, που έκλαιγε γλυκά στην αγκαλιά της, από τη μία ζεστή κοιλότητα στην άλλη.

Όπως είχε βρεθεί τώρα κι εκείνη, από τη ζεστασιά του κρεβατιού της σε αυτή την μαλακιά πολυθρόνα. Μα γιατί είχε σηκωθεί; Γιατί δεν κοιμόταν ήσυχη δίπλα στο σύζυγό της; Ξαφνικά ένιωσε τα βλέφαρά της να βαραίνουν και το λαιμό της απαλά να γέρνει. Αισθάνθηκε μια στιγμή να χάνεται απότομα μέσα στην άβυσσο του ύπνου κι έπειτα να τινάζεται πάλι επάνω. Το κρεμασμένο ρολόι στον τοίχο απέναντί της φωσφόριζε την ώρα: 12:00. Οι δείκτες του είχαν ενωθεί σε μία πρασινωπή γραμμή μέσα στο σκοτάδι.

 

Με αργές κινήσεις σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και κινήθηκε ζαλισμένα προς τον διάδρομο. Η προηγούμενη διαύγειά της την είχε εγκαταλείψει και τώρα ένιωθε έντονη την επιθυμία να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. «Περίεργο», σκέφτηκε, καθώς κατευθυνόταν προς το υπνοδωμάτιο, στηριζόμενη και με τα δυο της χέρια στους τοίχους εκατέρωθέν της, «περίεργο πώς η κούραση με κατέβαλλε τόσο γρήγορα και ξαφνικά». Στρίβοντας μέσα στο δωμάτιο, όμως, διακρίνοντας πάλι τη γαλάζια αναλαμπή της τηλεόρασης, κατάλαβε πως μία ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη την περίμενε.

 

Η ματιά της γύρισε, σαν από ένστικτο, στη μεριά που βρισκόταν το μωρό, αλλά το μόνο που αντίκρισε εκεί ήταν ο ψυχρός τοίχος. Το ‘‘παρκάκι’’ του μωρού έλειπε και δεν υπήρχε τίποτα στη θέση του – ο χώρος ήταν κενός. «Θεέ μου, πού πήγε το μωρό;» σκέφτηκε και έκανε να φωνάξει, αλλά ο λυγμός χάθηκε κάπου στο λαιμό της. Πήγε στο κρεβάτι, αναζήτησε τον Αντώνη ανάμεσα στα σκεπάσματα, αλλά έλειπε κι αυτός. Κι όμως, δεν είχε δει φως στο μπάνιο. Το κρεβάτι ήταν άδειο, ο σύζυγός της και το μωρό είχαν εξαφανισθεί – μα πώς μπορούσε! – έστριψε γύρω από τον εαυτό της αναστατωμένη, το δωμάτιο φαινόταν περισσότερο άδειο επίσης, σαν να κατοικούσε μόνη της μέσα σε αυτό. Έκανε να κινηθεί προς τον διάδρομο, να τους αναζητήσει, να φωνάξει, αλλά δεν τα κατάφερε. Της ήρθε ένας ξαφνικός ίλιγγος, κι έπειτα τίποτα. Μαύρο σκοτάδι ήταν το μόνο που θυμόταν.

«Μα, πού ταξιδεύεις σήμερα, Νεφέλη;»

 

Η φωνή της φάνηκε γνώριμη και, γυρίζοντας το κεφάλι, αντίκρισε το χαμογελαστό πρόσωπο της Αλίκης. Κρατούσε ένα μεγάλο ντοσιέ στα χέρια της.

 

«Αισθανόμουν πως έλειπες σε όλη τη διάρκεια του meeting… Μάλλον το κατάλαβε και το αφεντικό, είδες πως σε κοίταξε; Ευτυχώς που τα μπάλωσα…», είπε η Αλίκη και την άγγιξε απαλά στον ώμο. «Μα, για πες μου», συνέχισε, «συμβαίνει τίποτα στο σπίτι ή… σε έχει απορροφήσει τόσο εκείνη η συνέντευξη;».

Η Νεφέλη κοίταξε ζαλισμένη γύρω της. Η φίλη της είχε σταματήσει με ένα μικρό γελάκι, αλλά εκείνη δεν είχε την ίδια διάθεση. Τα χαρτιά της ήταν ακόμη σκορπισμένα πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τα μαζεύει. Το πρωινό meeting είχε τελειώσει κι όλοι οι συνάδελφοί της είχαν αποχωρήσει, εκτός από την Αλίκη που στεκόταν ακόμη δίπλα της και την κοιτούσε απορημένη, ενώ η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε περάσει έτσι ο χρόνος. «Πράγματι», σκέφτηκε, «ταξίδευα αλλού…»

 

Κι εκείνη η συνέντευξη… Η αλήθεια ήταν πως την είχε ξεχάσει εντελώς. Κι όμως, σε μιάμιση ώρα περίπου έπρεπε να βρίσκεται στην καφετέρια που είχαν συμφωνήσει. Εκεί θα συναντούσε έναν από εκείνους τους ανατολίτες γκουρού, έναν ακόμη λωτό που είχε φυτρώσει στον ολάνθιστο κήπο της σύγχρονης εποχής, γοητευτικός και ιδιαίτερα δημοφιλής. Στην αρχή, όταν ο αρχισυντάκτης του περιοδικού που τώρα εργαζόταν της είχε προτείνει αυτή τη συνέντευξη, δεν είχε βρει κανένα ενδιαφέρον σε αυτήν και την είχε σχεδόν αρνηθεί. Αργότερα, όμως, διαβάζοντας μία παλαιότερη ομιλία εκείνου του ‘‘δασκάλου’’ πρόσεξε μια φράση που την εντυπωσίασε τρομερά: «Πέρα από τη συνηθισμένη πραγματικότητα», έλεγε, «η ζωή υμών κέκρυπται… Και ποιος μπορεί να πει ότι ξεκλείδωσε τα μυστικά των Κόσμων;» Ιδιαίτερα αυτή η τελευταία ερώτηση – είχε πιάσει τον εαυτό της να την επαναλαμβάνει πολλές φορές. Έβρισκε πως, με κάποιον περίεργο τρόπο, αυτή η ερώτηση συνδεόταν με την ίδια, πως της έλεγε κάτι βαθύτερο που την αφορούσε προσωπικά, και μετά από το χθεσινό βράδυ, απ΄ όσα απίστευτα θυμόταν πως είχαν συμβεί – παρά το μήνυμα που της είχε αφήσει το πρωί ο Αντώνης στην κουζίνα – ειδικά μετά το χθεσινό βράδυ, αισθανόταν πως είχε σιγουρευτεί… Ναι, εκείνη η συνέντευξη… Ξαφνικά ένιωσε το ενδιαφέρον της να γίνεται πιο έντονο γι’ αυτήν…

 


Ο Μονόκερως είναι ένα μικρό και ήσυχο καφέ στο κέντρο της Αθήνας, με ζεστή και ευχάριστη διακόσμηση.

Οι απαλές blues jazz μουσικές επιλογές ακούγονται σε χαμηλή ένταση, προδιαθέτoντας μία άνετη αλλά και ευχάριστη συζήτηση. Άλλωστε το κλειδί για μία επιτυχημένη συνέντευξη είναι να κάνεις τον άλλο να νιώσει χαλαρός και άνετος μαζί σου, ώστε να ρίξει γρήγορα τις αναστολές που όλοι μας έχουμε, μπροστά σε κάποιον ουσιαστικά άγνωστο συνομιλητή.

Η βραχνή αλλά τόσο χαλαρωτική φωνή της Dinah Washington που συνοδευόμενη από την εξαίσια τρομπέτα του Luis Armstrong συγκινεί τόσο την Νεφέλη που δεν διστάζει να σιγοψιθυρίσει "Now you say you 're lonely you cry the long night through well, you can cry me a river...” Υπέροχο μουσικό χαλί για να περπατήσει πάνω του το διεισδυτικό και ανήσυχο πνεύμα της Νεφέλης και η εκλεπτυσμένη αλλά και πολυδιάστατη σοφία του Candraja.

Ο Candraja είναι ένας ψηλός, καλοφτιαγμένος άντρας, για τον οποίο με δυσκολία θα πίστευες ότι έχει πατήσει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του. Το ευθύ, περήφανο και ακμαίο παρουσιαστικό του είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που περίμενε η Νεφέλη να δει. Στο μυαλό της τον είχε σκεφτεί σαν ένα υπερήλικα σκυφτό και ταπεινό στην όψη γεράκο, με ξυρισμένο κεφάλι και ανατολίτικα ρούχα, κάτι σαν τους σαολίν δασκάλους του κουνγκ φου, που έβλεπε μικρή στην τηλεόραση. «Τελικά», σκέφτηκε, «οι εντυπώσεις που σχηματίζουμε για κάποιον με βάση την ιδιότητά του, συχνά καταρρέουν όταν αυτός εμφανίζεται μπροστά μας. Τότε», συνέχισε τη σκέψη της, «καινούργιες εντυπώσεις πιο άμεσες αυτή τη φορά έρχονται να αποτυπωθούν πάνω από τις παλιές».

«Candraja», είπε και της πρότεινε το χέρι, κοιτώντας την επίμονα, με ένα βαθύ και διαπεραστικό βλέμμα σαν να προσπαθούσε να δει μέσα της ή τουλάχιστον έτσι νόμισε εκείνη. Πάντα μαγνήτιζε με την εμφάνισή της τα βλέμματα των ανδρών. Είναι μια όμορφη γυναίκα που ξέρει ν' αναγνωρίζει στους άντρες τα μάτια που φλερτάρουν. Στη ματιά του όμως, τίποτε τέτοιο δεν μπορούσε να διακρίνει.

Μετά τις απαραίτητες συστάσεις, περίμενε ευγενικά να καθίσει πρώτα η Νεφέλη και ύστερα κάθισε με τη σειρά του.

Ο Candraja είχε γίνει διάσημος για τις διαλέξεις του σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας. Το θεωρητικό του υπόβαθρο είναι ένα μείγμα βουδισμού, ελληνικής φιλοσοφίας, και εβραϊκής Καμπάλα. Βέβαια δεν του έλειπε και το επιστημονικό υπόβαθρο καθώς είχε σπουδές στα μαθηματικά και στην φυσική. Έτσι έδειχνε να έχει μία σφαιρική άποψη για το θέμα, με βάση τις φιλοσοφικές γνώσεις του αλλά και τις τελευταίες ανακαλύψεις της φυσικής ιδιαίτερα με ότι έχει να κάνει με τον αλλόκοτο και μυστήριο κόσμο των κβάντα.

Είχε καταπλήξει μέχρι τώρα ένα ασυνήθιστα μεγάλο πλήθος κόσμου, δυσανάλογα μεγάλο αν σκεφτεί κανείς το πόσο παράξενο και δυσνόητο για πολλούς είναι το ύφος και το περιεχόμενο αυτών των ομιλιών.

Η Φύση της πραγματικότητας είναι ένα θέμα που όλο και περισσότερο συζητιέται στους κύκλους των underground “αναζητητών” και η παράξενη αυτή θεωρία ότι ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε σαν πραγματικός, δεν είναι τέτοιος και ότι στην ουσία η δήθεν πραγματικότητα είναι μία προβολή του κόσμου, επεξεργασμένη από τον νου μας. “Ζούμε μέσα σε μία αυταπάτη!”, είναι το μότο του Candraja.

Ο απόηχος αυτών των συζητήσεων έχει φτάσει μέχρι και στα αυτιά μερικών “ψαγμένων” παραγωγών του Ηolllywood, που είδαν με ενδιαφέρον αυτές τις παράδοξες υποθέσεις. Ταινίες όπως το Matrix, το Dark City, ή ακόμα και το Fight Club, παίζουν με αυτή την παράξενη ιστορία με μυστήριο και μερικές φορές αποκαλυπτικό – για τους γνώστες – τρόπο.

Το ενδιαφέρον του κόσμου που συνέρεαν στις ομιλίες είχε και άλλο ένα λόγο εκτός από τον αποκαλυπτικό λόγο του ομιλητή. Καθημερινά φούντωναν οι φήμες από ακροατές του, οι οποίοι υποστήριζαν ότι στην διάρκεια των ομιλιών του, είχαν “εξωπραγματικές” εμπειρίες προερχόμενες από κάποιες αινιγματικές, μυστήριες, ίσως και μαγικές κινήσεις του Candraja στην διάρκεια των διαλέξεων.

Άλλοι υποστήριζαν ότι το βλέμμα του και ο τρόπος που τους κοίταζε τους έκανε να βιώνουν εναλλακτικές καταστάσεις συνείδησης, όπως εξωσωματικές εμπειρίες ή καταστάσεις συνειδητότητας όπως αυτές που κατορθώνουν κάποιοι, ύστερα από πολύ βαθύ διαλογισμό. “Βλακείες είναι όλα αυτά” σκέφτηκε η Νεφέλη. Ανάμεσα σε τόσο κόσμο που πηγαίνει σε αυτές τις “περίεργες” εκδηλώσεις σίγουρα θα υπάρχουν αρκετοί ανάμεσά τους “φευγάτοι” και τρελοί κάθε είδους που για να νοιώσουν ότι είναι κάτι διαφορετικό από τους άλλους θα έλεγαν ότι βλέπουν οτιδήποτε, για να τραβήξουν την προσοχή των υπολοίπων.

Όλα αυτά που γνώριζε η Νεφέλη για τον Candraja, σε κάθε άλλη περίπτωση θα την είχαν κάνει δύσπιστη μαζί του, όμως για κάποιον ανεξήγητο λόγο κάτι μέσα της της κέντριζε το ενδιαφέρον για τα όσα θα ακούσει από αυτόν. Ίσως ήταν το όμορφο παρουσιαστικό του, ή η ευθεία και διαπεραστική ματιά του που την έκανε να τα νομίζει όλα αυτά. Πάντως ότι και να ένοιωθε μέχρι εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν μαρτυρούσε την συνταρακτική συνέχεια που θα ακολουθούσε.

Οι πρώτες κουβέντες τους ήταν αναγνωριστικές, αναγκαίες για να διαμορφωθεί ένα καλό κλίμα ανάμεσα στους δύο συνομιλητές, μία οικειότητα που τους επιτρέπει να ξεδιπλώσουν την άρτια διαλεκτική τους ικανότητα. Η συνέχεια όμως ήταν πιο μεστή νοήματος και αξίζει να αναφερθεί πιο περιληπτικά γιατί έβαλε την Νεφέλη σε βαθύ προβληματισμό από τις απαντήσεις του Candraja.

Νεφέλη: Τι έχετε να πείτε στον κόσμο για την φύση της πραγματικότητας;

Candraja: Η συνήθης “πραγματικότητα” δεν είναι πραγματική. Το ξέρω, φαίνεται παράδοξο αυτό που λέω, η ουσιαστική φύση της πραγματικότητας όμως είναι ο ίδιος ο “νους, η Συνείδηση”.

Νεφέλη: Γνωρίζω ότι στις ομιλίες σας, συχνά παραθέτετε επιστημονικά στοιχεία που απασχολούν τον τομέα της ατομικής φυσικής. Οι γνώσεις σας είναι μεγάλες και σε αυτόν τον τομέα και αφορούν και αυτές το θέμα που εξετάζετε δηλαδή την φύση της πραγματικότητας. Πείτε μας, πως συνδυάζετε την ενασχόλησή σας με τον ανατολικό μυστικισμό Ζεν με την κβαντική θεωρία; Ποιος είναι ο κρίκος που τα συνδέει;

Candraja: Η επανάσταση της κβαντικής θεωρίας έχει φτάσει σε κάποια πραγματικά πολύ παράξενα συμπεράσματα. Η κβαντική φυσική ασχολείται με το υπομικροσκοπικό κόσμο των σωματιδίων. Δηλαδή με τα άτομα, (το οποίο παλαιότερα πιστευόταν ότι είναι το μικρότερο θεμελιώδες σωματίδιο της φύσης) τα ηλεκτρόνια και τον πυρήνα που το συνθέτουν. Οι σύγχρονοι επιστήμονες με βάση την κβαντική διαπιστώνουν μερικές εκπληκτικές αλήθειες οι οποίες ανατρέπουν οτιδήποτε γνώριζε η επιστήμη για την φύση του νου και την πραγματικότητα. Η παράξενη φύση της εμφανίστηκε αμέσως μετά την διατύπωσή της. Οι επιστήμονες προσπαθούσαν να κατανοήσουν την προβληματική συμπεριφορά των ατόμων, γνωρίζοντας ότι ορισμένες διαδικασίες, όπως η ραδιενέργεια, φαινόταν τυχαίες και απρόβλεπτες. Το σημαντικό πρόβλημα ήταν ότι αδυνατούσαν να προβλέψουν την ακριβή στιγμή που θα διασπαστεί ένας συγκεκριμένος ατομικός πυρήνας.

Απάντηση βέβαια βρήκαν στο πρόβλημα, όμως ήταν τόσο τρελή και απίστευτη που έπρεπε, αν ήθελαν να την κάνουν δεκτή, να αναθεωρήσουν ριζικά, βασικές πεποιθήσεις της φυσικής. Πριν από την ανακάλυψη της αβεβαιότητας υπήρχε η βεβαιότητα ότι όλα τα υλικά αντικείμενα υπακούουν αυστηρά στους νόμους της μηχανικής. Τα πράγματα από τότε άλλαξαν. Ένα οποιοδήποτε σωματίδιο όπως το ηλεκτρόνιο δεν ακολουθεί συγκεκριμένη τροχιά. Ο θεωρητικός φυσικός Paul Davies υποστηρίζει πως “μετά από λεπτομερείς παρατηρήσεις διαπιστώθηκε ότι η συνήθης ύλη της καθημερινής εμπειρίας διαλύεται σε μία δίνη φευγαλέων φανταστικών εικόνων”. Το βασικό χαρακτηριστικό της Κβαντικής είναι η Αβεβαιότητα. Μάλιστα, στη δεκαετία του '20 υπήρχε μία διαμάχη μεταξύ των φυσικών που αφορούσε στο ερώτημα αν τα ηλεκτρόνια μοιάζουν με κομμάτια φελλού που επιπλέουν σ' ένα αόρατο ωκεανό μικροσκοπικών δυνάμεων.

Ο Candraja έκανε ένα μικρό κενό στο λόγο του για να διαπιστώσει ότι η Νεφέλη αντιλαμβάνεται απόλυτα τα όσα της λέει, οπότε και συνέχισε ακάθεκτος.

Candraja: Ένας από τους θεμελιωτές της κβαντικής θεωρίας ο Ν. Bohr, παρατήρησε ότι ο ασαφής και νεφελώδης κόσμος του ατόμου γίνεται συγκεκριμένη σαφής πραγματικότητα τη στιγμή που θα παρατηρηθεί. Όταν το άτομο δεν παρατηρείται δεν είναι πράγμα είναι φάντασμα! Υλοποιείται μόνο με την παρατήρηση.

Πολλά ερωτηματικά δημιουργήθηκαν από τότε τα οποία σε βεβαιώνω ότι βγήκαν από τα μυαλά σοβαρών επιστημόνων και όχι αμπελοφιλοσοφίες κάποιου παράξενου νεοεποχίτη γκουρού. Δηλαδή είναι το άτομο ένα πράγμα ή ένα αφηρημένο κατασκεύασμα της φαντασίας μας χρήσιμο για την εξήγηση πολυάριθμων παρατηρήσεων;

Ο εξωτερικός κόσμος υπάρχει πραγματικά ανεξάρτητα από το αν τον παρατηρούμε ή όχι;

Οι παρατηρήσεις μπορούν να αποκαλύψουν την πραγματικότητα του ατόμου, αλλά πως μπορούν να την δημιουργήσουν;

Ο βουδισμός δεν διαφωνεί με όλα αυτά και μάλιστα μπορώ να σου πω ότι τα έχει πει εδώ και πάρα πολλά χρόνια, αιώνες πριν τα ανακαλύψει η σύγχρονη επιστήμη.

Η κυριότερη διαφορά μεταξύ της επιστήμης και του βουδισμού έγκειται στο σκοπό. Για τον βουδισμό η γνώση έχει κυρίως θεραπευτικό σκοπό. Πάσχουμε από μία μορφή “άγνοιας” και η γνώση μας απελευθερώνει από τον πόνο που αυτή προκαλεί.

Νεφέλη: Δηλαδή για να καταλάβω, τι το διαφορετικό έχει η πραγματικότητα από αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως τέτοια; Ή για να το θέσω αλλιώς, υπάρχει μία εννιαία αντικειμενική πραγματικότητα;

Candraja: Αυτό που αντιλαμβανόμαστε, είναι η ερμηνεία της Πραγματικότητας, τα πέπλα που εμείς οι ίδιοι προβάλλουμε από άγνοια πάνω της. Για το αν τώρα, η πραγματικότητα είναι  ενιαία ή κατακερματισμένη, θα σου απαντήσω με τα λόγια του αρχαίου σοφού «σκοτεινού» φιλοσόφου, ότι ο αντικειμενικός κόσμος υπάρχει μόνον για τους εγρηγορότες, ενώ οι κοιμισμένοι είναι βυθισμένοι ο καθένας στο δικό του υποκειμενικό, προσωπικό κόσμο. Από αυτή την άποψη λοιπόν ο «Κόσμος» που αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι άνθρωποι είναι «ενιαίος», ως προς την κοινή, αδαή συμφωνία τους για τα πέπλα του, αλλά ουσιαστικά κατακερματισμένος από την ίδια προσωπική ερμηνεία τους και τον τρόπο συμμετοχής τους σε αυτόν.

Αυτή η απάντηση άρχισε να προβληματίζει την Νεφέλη. “Τι εννοεί” σκέφτηκε μέσα της. “Ποια πέπλα; Για ποιον υποκειμενικό κόσμο μιλάει αυτός;” Ποιοι είναι οι εγρηγορότες; Αν εγώ είμαι κοιμισμένη, πώς θα μπορέσω να ξυπνήσω;” Επιπλέον ήταν και κάτι άλλο. Οι κινήσεις του Candraja με τα χέρια και αυτά τα μάτια του! Αυτά τα μάτια που νομίζεις ότι θέλουν κάτι να σου πουν. Κάτι βαθύτερο, κάποιο μυστικό μήνυμα που πρέπει να ειπωθεί οπωσδήποτε και ο παραλήπτης του είσαι εσύ. Αυτές οι περίεργες κινήσεις των χεριών του σε συνδυασμό με το μυστήριο κοίταγμα του, έκαναν την Νεφέλη να νιώθει συχνά σε όλη τη διάρκεια που συζητούσαν μία ανατριχίλα, που ξεκινούσε από τα πόδια, συνέχιζε μέχρι το κεφάλι και ύστερα θαρρούσε πως έφτανε μέχρι το βαθύτερο είναι της. “Αα! Δεν είμαι καλά μου φαίνεται, κάτι θα με πείραξε”, σκέφτηκε και συνέχισε τη σκέψη της “και αυτές οι χαζές φήμες ότι κάνει “μάγια” σε όσους τον ακούν θα με έχουν επηρεάσει ασυνείδητα και χωρίς να το θέλω με έχουν πλανέψει οι κινήσεις του.

Οπότε ανέκτησε την συγκέντρωσή της στην συνέντευξη και ανακατεύοντας κάποιες σημειώσεις που κράταγε στα χέρια της, προχώρησε στην επόμενη ερώτηση

Νεφέλη: Ο βουδισμός - ο οποίος γνωρίζω ότι έχει επηρεάσει μεγάλο μέρος της κοσμοαντίληψής σας - μιλάει για την αφύπνιση και την εμπειρία της αφύπνισης. Πώς μπορεί κάποιος να ξεφύγει από την πλάνη και να βιώσει αυτή την εμπειρία της αφύπνισης;

Candraja: Αφύπνιση είναι το να μην περιφρονείς το οτιδήποτε, αλλά και να συμπονάς απεριόριστα το καθετί. Αφύπνιση είναι η κατανόηση της ουσιαστικής υπόστασης του κόσμου και του πνεύματος. Αφύπνιση είναι η Παρουσία της Συνείδησής σου εδώ και τώρα, η μη περίσπασή σου στο παρελθόν ή στο μέλλον, το να μην ακολουθείς ή υπηρετείς υποτακτικά και σκυλίσια τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου, το να μην προσκολλείσαι σε αυτά! Κοιμισμένος δεν είναι αυτός που δεν έχει επαρκή γνώση και πληροφόρηση, αλλά αυτός που έχει την απατηλή αντίληψη της πραγματικότητας που μας κάνει να πιστεύουμε ότι τα πράγματα είναι στερεά και αμετάβλητα και ότι το εγώ υπάρχει πραγματικά.

Αφύπνιση είναι το ξύπνημα, ο μη ύπνος, με απλά λόγια η Εγρήγορση!

Νεφέλη: Τι πιστεύετε είναι αυτό που κάνει τόσο κόσμο να παρακολουθεί και τελικά να συναρπάζεται από τις διαλέξεις σας?

Candraja: Το ότι απλά ο κόσμος δεν είναι ευχαριστημένος με αυτό που κάνει, με αυτό που είναι ή βιώνει καθημερινά. Η ευδαιμονία είναι η κοινή επιδίωξη όλων των όντων και όταν δεν την έχουν την αναζητούν αλλού, ακόμα και στις διδασκαλίες μου! Οι άνθρωποι κυνηγούν την πρόσκαιρη ηδονή, όπου και όπως και αν αυτή τους προσφέρεται - σωματικά ή πνευματικά. Την επιζητούν σαν ένα παυσίπονο, ένα ναρκωτικό ή μέσο διαφυγής από την τωρινή μιζέρια τους. Φαντασιώνονται «ευχάριστα» με τους «πνευματικούς» κι «ευδαιμονικούς» κόσμους που «βλέπουν» πίσω από τα λόγια μου, ανακουφιζόμενοι έτσι προσωρινά από τη πίεση της καθημερινής τους ποταπότητας. Δεν είναι γνήσιοι θηρατές της Ευδαιμονίας και της Ελευθερίας, δεν αρνούνται σχεδόν ποτέ τα «βάσανά» τους και τη φυλακή τους, αλλά απλά παροδικοί φυγάδες, για να παραδοθούν αυτοβούλως στις «αρχές» την επόμενη μέρα. Η μιζέρια και τα βάσανα αποκτούν άλλωστε ηθική αξία και ύψος όταν βιώνονται ομαδικά! Όχι, δεν φαντασιώνομαι, αγαπητή φίλη μου, ότι  αυτοί οι άνθρωπου που παρακολουθούν τις διαλέξεις μου είναι δήθεν επίδοξοι μαθητές μου… Ελάχιστοι από αυτούς θα κατανοήσουν αυτά που λέω. Οι περισσότεροι θα τα ερμηνεύσουν, ανάλογα με τις ποταπές ανάγκες τους, σαν ένα μέσο διαφυγής από τη μιζέρια τους. Και από τους ελάχιστους που θα με κατανοήσουν, ακόμα πιο ελάχιστοι από αυτούς θα θελήσουν ίσως να γίνουν μαθητές μου, και από αυτούς ακόμα τους 2-3, ζήτημα είναι αν θα παραμένει κάποιος μέχρι το τέλος, μέχρι την πλήρη κατάκτηση της υποσχόμενης από τη διδασκαλία μου Ευδαιμονίας και Ελευθερίας. Γιατί λοιπόν διδάσκω; Διότι, πέρα από τον πνευματικό σπόρο που ρίχνω σε όλους εσάς, και έναν μόνο σωστό μαθητή να αποκτήσω κάποια στιγμή είναι αρκετό. Πολύ αρκετό μάλιστα, διότι θα μπορέσω να μεταβιβάσω σε κάποιον άλλον τη γνώση μου και θα συνεχιστεί έτσι η γενεαλογία της μεγάλης αυτής Πνευματικής Παράδοσης!

Με αυτά τα λόγια η Νεφέλη ξαφνικά ένοιωσε τον κόσμο να χάνεται από τα πόδια της. Η ανατριχίλα που ένοιωθε από πριν τώρα συνοδεύεται από μία παράξενη αίσθηση “ελαφρότητας”, σαν έχανε ξαφνικά το βάρος του σώματός της. Κανονικά θα έπρεπε να ανησυχήσει με αυτό που της συνέβαινε, όμως μία αίσθηση ευτυχίας είχε καταλάβει ολόκληρο το κορμί της. Φευγαλέα κάποιες εικόνες απίστευτης ομορφιάς περνούσαν από μπροστά της...

 

 


Ένιωθε πάλι αυτή την οικεία αίσθηση ιλίγγου που τον τελευταίο καιρό επαναλαμβανόταν συχνά. Νόμιζε πως οι αισθήσεις της την εγκατέλειπαν, αλλά ταυτόχρονα ο νους της πετούσε μακριά. Κάπου που ενώ δεν είχε ξαναπάει ένιωθε πως είχε περάσει μία ολόκληρη ζωή. Παλλόμενα χρώματα πλημμύριζαν το «εκεί», θολές αναμνήσεις από κάτι αδιευκρίνιστο βομβάρδιζαν το μυαλό της. Μία σκοτεινή σιλουέτα την περίμενε, ένας άνδρας την καλούσε, κι εκείνη ήθελε όσο τίποτα να ενωθεί μαζί του. Σαν να περίμενε όλη της τη ζωή τη στιγμή εκείνη, καταλάβαινε πως ο χρόνος επιταχυνόταν, η κρίσιμη στιγμή πλησίαζε όλο και πιο γρήγορα, μία αγαλλίαση ξεχείλιζε την καρδιά και τη σκέψη της. Ένα μικρό μόνο τσίμπημα φόβου και ατολμίας ελλόχευαν στο βάθος, σαν κάτι να μην πήγαινε καλά, σαν κάτι να μην ήταν όπως έπρεπε. Ωστόσο η επιθυμία, η προσμονή για ολοκλήρωση επικρατούσαν και ένιωθε ότι δεν θα αργούσε να φτάσει στον προορισμό της.

Συνήλθε απότομα. Άνοιξε τα μάτια της.

Η σερβιτόρα του Μονόκερου, η Βέτα, την είχε αρπάξει από τους ώμους και της φώναζε. Όταν η Νεφέλη επανήλθε πλήρως, ο Candraja είχε εξαφανιστεί και ήταν μόνη στο μαγαζί. Πετάχτηκε όρθια, πανικοβλημένη, πριν πάρει βαθιές αναπνοές και ξαναβρεί την ψυχραιμία της. «Τι μου έκανε;» Η Βέτα την κοίταξε με τα ζεστά ειλικρινή της μάτια και της είπε: «Τελειώσατε τη συνέντευξη και έφυγε. Σε είδα να επεξεργάζεσαι τις σημειώσεις σου αλλά σύντομα κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά όταν μου φάνηκε ότι τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν κι εσύ έτρεμες». Η Νεφέλη δεν πίστευε στα αυτιά της. «Αποκλείεται, κάτι μου έκανε, δεν είδες καλά, κάτι μου έκανε σου λέω». Η Βέτα κάθισε μαλακά στο κάθισμα που καθόταν πριν ο Candraja. Έπιασε το χέρι της Νεφέλης και της είπε ήρεμα: «Νεφέλη, σε γνωρίζω αρκετό καιρό για να ξέρω ότι είσαι ένα ισορροπημένο άτομο. Από την αρχή της γνωριμίας μας, από τότε που πρωτοήρθες στον Μονόκερο, κατάλαβα ότι είσαι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με ευαισθησίες, που χρειάζεται φροντίδα. Δεν θα σου έλεγα ποτέ ψέματα, δεν έχω λόγο να σου αποκρύψω την αλήθεια. Έχουμε περάσει πολλά μαζί. Εξάλλου τον τύπο τον συναντούσα για πρώτη φορά στη ζωή μου και ομολογώ ότι δεν τον συμπάθησα και πολύ». Η Νεφέλη έμοιαζε να μην την πιστεύει. Το βλέμμα της ήταν χαμένο, μάζεψε το χέρι της, άρπαξε βιαστικά τα πράγματά της κι έτρεξε έξω. Τοποθέτησε τις σημειώσεις της στο χαρτοφύλακα όταν ένιωσε την τελευταία σελίδα να έχει ποτίσει από κάτι υγρό. Την τράβηξε πάλι έξω. Ένιωσε να της κόβεται η αναπνοή, είχε ανάγκη οξυγόνου. Σε μία λευκή κόλλα χαρτί, με αίμα ήταν γραμμένο “Δέκτης”…

Κατευθύνθηκε στo περιοδικό, θα απομαγνητοφωνούσε τη συνέντευξη και θα έβγαζε επιτέλους κάποιο νόημα με τα ακατανόητα που της συνέβαιναν. Όταν έφτασε, είχε την αίσθηση πως οι συνάδελφοί της την κοιτούσαν περίεργα, η ατμόσφαιρα έμοιαζε ηλεκτρισμένη. Αδιαφόρησε. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου της και μηχανικά κινήθηκε προς το παράθυρο. Μα το γραφείο της δεν ήταν πια εκεί. Κάποιος του είχε αλλάξει θέση. Άναυδη κοντοστάθηκε, εκείνος ο ίλιγγος πάλι, κοίταξε γύρω το χώρο που για δέκα σχεδόν χρόνια αποτελούσε το προσωπικό της καταφύγιο. Δεν ήταν το γραφείο της. Δεν μπορούσε να είναι το γραφείο της, δεν αναγνώριζε τα αντικείμενα που βρίσκονταν εκεί μέσα. Αναρωτήθηκε μήπως έκανε λάθος, μήπως είχε μπει στο χώρο κάποιου συναδέλφου. Αποκλείεται, σκέφτηκε, γνώριζε τα γραφεία τους, δεν υπήρχε κανένα με τόσο αλλόκοτη διαρρύθμιση. Έμεινε ακίνητη εκλιπαρώντας τη λογική της για μία εξήγηση, λίγο πριν συνειδητοποιήσει ότι οι παράξενες στιγμές που χανόταν η λογική της έπαψαν πια να αποτελούν την εξαίρεση.

Το χτύπημα στην πόρτα την ταρακούνησε και η φωνή της Αλίκης ακούστηκε λυτρωτική. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και χείμαρρος ακούστηκαν τα λόγια της: «Αυτό δεν είναι το γραφείο μου Αλίκη». Η Αλίκη κοίταξε πάνω από τον ώμο της φίλης της και απόρησε. «Και ποιου είναι τότε;» Η Νεφέλη δεν χρειάστηκε να γυρίσει για να καταλάβει ότι ήταν στο γραφείο της και ότι όλα είχαν “επιστρέψει” στη θέση τους εκτός από τη λογική εξήγηση.

Κάθισαν στις καρέκλες, απορροφημένες και οι δύο από τις σκέψεις τους. Η Νεφέλη έμεινε για κάποια δευτερόλεπτα να παρατηρεί τις αχτίδες της δύσης που έμπαιναν λάθρα από τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα. Έπεφταν λοξά διαπερνώντας τις ταλαιπωρημένες περσίδες. Λαμπυρίσματα διακρίνονταν καθώς σκόνη και φως αναμιγνύονταν σένα θέαμα που ανέκαθεν συνάρπαζε τη Νεφέλη. Της θύμιζε έντονα τα παιδικά της χρόνια. Φθινόπωρο πήγαινε στην παραλία με τα αδέλφια της και παρατηρούσε τον ήλιο να διαπερνά διακριτικά τα γκριζωπά σύννεφα μετά τη βροχή. Νόμιζε τότε, μικρό παιδί, ότι η θάλασσα και ο ήλιος έπαιζαν, ενώνονταν με τις αχτίδες. Απεχθανόταν τη βροχή και τον χειμώνα, ποτέ δεν ονειροπολούσε κοιτάζοντας τα σύννεφα, τα θεωρούσε συνεργούς της βροχής, πράκτορες του σκοταδιού, προμηνύματα δεινών. Παρακολουθούσε τώρα τις αχτίδες της δύσης να αναμοχλεύουν τη σκόνη του δωματίου, να στροβιλίζονται σε μία πυρετώδη κίνηση σχηματίζοντας περίτεχνα μοτίβα. «Αλίκη», είπε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της, «ξέρεις, εμείς οι άνθρωποι θεωρούμε πως τα σύνορα μεταξύ φωτός και σκοταδιού είναι ξεκάθαρα, διακριτά, όπως συμβαίνει τώρα δα με τις ηλιαχτίδες που μπαίνουν από το παράθυρο». Βύθισε το δείκτη της σε μία αχτίδα, σχεδόν ανατρίχιασε όταν είδε τις τροχιές των μορίων της σκόνης να παλινδρομούν και να ανακατατάσσονται. «Κοίτα πόσο σαφές είναι πού ξεκινά το φως και πού το σκοτάδι! Αγγίζω τα σύνορα, επιλέγω μεριά».

Η Αλίκη έμοιαζε να μην καταλάβαινε, ωστόσο η Νεφέλη συνέχισε: «Ένας άγνωστος κόσμος, αόρατος, αυτό αποκαλύπτουν οι ηλιαχτίδες. Εισβάλλουν στο σκοτάδι από το κέντρο του ηλιακού μας συστήματος, από έτη φωτός μακρυά, για να μας βοηθήσουν να κρυφοκοιτάξουμε». Μισόκλεισε τα μάτια της και τράβηξε απότομα το δάκτυλό της. «Κοιτάζουμε αιφνίδια μέσα από τη χαραμάδα ένα σύμπαν που παράνομα έχει εισβάλει στο δικό μας το σκοτεινό, ένα σύμπαν από πέρα, από αλλού, από την αντίπερα όχθη. Πέρα από τη συνηθισμένη πραγματικότητα κρύβονται τα μυστικά της ζωής». Σηκώθηκε από το κάθισμά της, στάθηκε μπροστά από την Αλίκη και με την ανάποδη της παλάμης της χάιδεψε απαλά το μάγουλό της. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, Αλίκη, μου επιτρέπεις;» Η Αλίκη με εμφανή πια αμηχανία συγκατάνευσε και η Νεφέλη πήρε ανάσα. «Αναρωτήθηκες ποτέ πώς θα ήταν, αν μπορούσαμε να βλέπουμε και τα δύο σύμπαντα, και τις δύο πλευρές, ταυτόχρονα, αδιάκοπα; Να μην διαχωρίζονται, ορατό και αόρατο να είναι ένα, τα πέπλα να έπεφταν, αναρωτιέσαι πόσα θεάματα θα μας ήταν προσιτά, σε τι καταπληκτικούς κόσμους θα μεγαλώναμε τα παιδιά μας;»

Η Αλίκη δεν της απάντησε.

Το κλάμα του μωρού ήρθε σαν απάντηση στους συλλογισμούς της. «Το άκουσες αυτό;», ρώτησε απότομα με αγωνία η Νεφέλη. Αναρωτήθηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου αν ήταν άλλη μία από τις παράξενες ενοράσεις της. Το μητρικό ένστικτό της όμως ήταν πιο δυνατό από κάθε λογική σκέψη. Κάθε μάνα θα αναγνώριζε το κλάμα του μωρού της και η Νεφέλη γνώριζε ότι το μωρό της ήταν κάπου μέσα στα γραφεία του περιοδικού και την αποζητούσε. Αλλόφρων, έτρεξε από δωμάτιο σε δωμάτιο αναζητώντας το. Οι συνάδελφοί της έμειναν έκπληκτοι από τη συμπεριφορά της, κάποιοι όμως φάνηκε να περίμεναν από καιρό την κατάρρευσή της. Κανείς δεν της απευθύνθηκε, κανείς δεν την εμπόδισε από το να μπει σε κάποιον χώρο, η ορμή της μάνας ήταν ασυγκράτητη, το βλέμμα της θανατηφόρο. Όποιος είχε πειράξει το παιδί της θα το πλήρωνε με τη ζωή του.

Μην αντέχοντας άλλο τον παραλογισμό που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια της, η Αλίκη αποφάσισε να παρέμβει. Με γρήγορες δρασκελιές έφτασε δίπλα της και με τη βία την έσπρωξε στην αποθήκη. Έκλεισε την πόρτα πίσω της.

- Τι σου συμβαίνει Νεφέλη μου;, ρώτησε προσπαθώντας άτεχνα να κρατήσει την ψυχραιμία της.

- Δεν είμαι τρελή, μουρμούρισε η Νεφέλη.

- Κανείς δεν σε είπε τρελή γλυκιά μου. Γιατί κάνεις τη ζωή σου δύσκολη; Τι ήταν αυτά που μου έλεγες πριν στο γραφείο, γιατί ξαφνικά πετάχτηκες στους διαδρόμους, τι σχέση έχει το μωρό σου;

- Τελευταία, Αλίκη μου, κάτι μου συμβαίνει. Δεν ξέρω τι. Έχω παραισθήσεις, ενοράσεις, κοιμάμαι όρθια, πες το όπως θες, λίγη σημασία έχει. Νιώθω συνεχώς να απομακρύνομαι από αυτή την πραγματικότητα.

Η Αλίκη είχε απηυδήσει.

- Τι εννοείς Νεφέλη, πώς μπορεί κάποιος να απομακρύνεται από την πραγματικότητα; Και πού πας, στο ψέμα;

- Κοίτα, Αλίκη, οι εμπειρίες μου, ανεξήγητες ακόμα και σε εμένα, θα έπρεπε να με είχαν καταβάλει, να με κάνουν να τρελαθώ. Είμαι βέβαιη όμως ότι δεν χάνω το μυαλό μου. Μάλλον το βρίσκω για πρώτη φορά, σκέφτομαι με τόση διαύγεια που αναρωτιέμαι αν είμαι εγώ που σκέφτομαι ή κάποιος άλλος. Αντί να τρελαθώ ή να πάθω κατάθλιψη, νιώθω για πρώτη φορά στη ζωή μου ότι αγγίζω την ελευθερία.

- Την ελευθερία; Τι εννοείς, γιατί μέχρι τώρα τι ήσουν, δεν ήσουν ελεύθερη;

Η Αλίκη είχε καταλάβει ότι ο διάλογος δεν έβγαζε σε κανένα συμπέρασμα. Ήδη σκεπτόταν ότι καλά έκανε που είχε μιλήσει με τον Αντώνη, ίσως όμως να ήταν ήδη πολύ αργά.

- Πνίγομαι Αλίκη, πνίγομαι, το καταλαβαίνεις; Όλα γύρω μου με πνίγουν, η δουλειά, ο άντρας μου, οι συγγενείς μου, οι φίλοι μου θέλουν όλοι από κάτι, θέλουν ένα μέρος μου, την ενέργειά μου.

Η Νεφέλη, παρά την ταραχή της, δεν έκλαιγε.

- Νιώθω πως κάποιος επεμβαίνει στο μυαλό μου, ζητάει την βοήθειά μου και μαζί μου δείχνει την αληθινή ελευθερία, αλλά, δεν είναι ακριβώς…άνθρωπος.

- Με τρομάζεις Νεφέλη, απάντησε η Αλίκη, τι εννοείς δεν είναι άνθρωπος; Μου φαίνεται ο τρελο-γκουρού σε επηρέασε.

- Όχι, όχι, αρνήθηκε η Νεφέλη. Δεν είναι ο γκουρού που το κάνει, αν και διαισθάνομαι ότι παίζει κάποιο ρόλο σε ό,τι μου συμβαίνει. Κάποιος άλλος με καλεί, με ζητάει κοντά του.

- Χρειάζεσαι βοήθεια, νομίζω, από κάποιον ειδικό.

Η Νεφέλη δεν ζητούσε παρηγοριά. Δεν ζητούσε συμβουλές. Είχε ορθώσει το ανάστημά της και πλησίαζε απειλητικά πια την Αλίκη. «Τι συμβαίνει Αλίκη, σε τρομάζω; Λυπάσαι που η φίλη σου ξυπνάει από το λήθαργό της;» Η Αλίκη έκανε ένα βήμα πίσω, πρώτη φορά έβλεπε έτσι τη φίλη της. Ένιωσε ένα τρομερό σφίξιμο στο στομάχι της, που συνεχώς μεγάλωνε. Μέχρι που μετατράπηκε σε σπασμούς. Λύγισε στα γόνατα με αναφιλητά. «Τι είσαι Νεφέλη, τι έγινες;» αλλά όταν σήκωσε το βλέμμα, η Νεφέλη δεν ήταν εκεί, είχε ανοίξει την πόρτα και είχε φτάσει ήδη στην έξοδο.

Στο δρόμο για το σπίτι, η Νεφέλη δεν σκεφτόταν παρά το μωρό της, αν είναι καλά. Είχε ένα προαίσθημα ότι κάτι είχε συμβεί και το μωρό της δεν ήταν ασφαλές με τον Αντώνη. Ο Αντώνης. Ο άνδρας της θα είχε ανησυχήσει. Μπορεί και όχι, δεν την ένοιαζε πια, κάποτε τον αγάπησε με όλη την δύναμη της καρδιάς της, αλλά από τότε που γεννήθηκε το μωρό είχαν απομακρυνθεί. Ίσως έφταιγε πως εκείνος δεν ήθελε παιδιά, χωρίς ποτέ να της εξηγήσει το λόγο. Πάντα έλεγε πως δεν ήθελε να διαιωνίσει το είδος, έλεγε πως τα γονίδιά του δεν άξιζαν να επιβιώσουν. Φυσικά τίποτα από αυτά δεν εμπόδισε την Νεφέλη να τον πείσει να κάνουν προσπάθειες. Οι προσπάθειες έγιναν, μάταιες για πολύ καιρό, μέχρι που χάρη στην επέμβαση κάποιου ιδιαίτερου γιατρού, η πολυπόθητη εγκυμοσύνη τους χτύπησε την πόρτα.

Οχτώ περίπου μήνες μετά, το μωράκι ήρθε, λίγο πρόωρα και με εύθραυστη υγεία. Η ζωή της Νεφέλης άλλαξε, η σχέση της με τον Αντώνη άλλαξε και οι όποιες ισορροπίες χάθηκαν, ακόμα και στην δουλειά της. Από τότε είχαν ξεκινήσει και οι παράξενες εμπειρίες που τώρα πια είχαν γίνει καθημερινότητα.

Πάρκαρε όπως όπως μπροστά από το σπίτι και έψαξε την τσάντα για τα κλειδιά της. Τότε είδε φώτα από το καθιστικό, τα “φώτα των καλεσμένων”, όπως τα έλεγε χαριτολογώντας ο Αντώνης. Κάποιος ήταν στο καθιστικό. Η Νεφέλη δεν ήθελε να μπει μέσα, δεν ήθελε να την καταλάβουν. Πάτησε πάνω σε μία γλάστρα για να φτάσει στο περβάζι και να κρυφοκοιτάξει από το παράθυρο. Τα χέρια της έτρεμαν και το ένστικτό της χτυπούσε συναγερμό. Μία κλεφτή ματιά της αποκάλυψε τον Αντώνη να κάθεται στην αγαπημένη του πολυθρόνα και χειρονομώντας έντονα να απευθύνεται σε κάποιον που καθόταν απέναντί του. Η Νεφέλη δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ήταν, οι κουρτίνες τον έκρυβαν, προσπάθησε να τεντωθεί λίγο περισσότερο και έχασε την ισορροπία της.

Αποφάσισε να μπει αθόρυβα από την πίσω πόρτα, να πάρει το παιδί και να φύγει, θα πήγαινε στην Αλίκη να μείνει, όχι στην Αλίκη, δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανέναν τώρα πια. Ψηλαφώντας έφτασε στην πίσω πόρτα, την άνοιξε χωρίς να κάνει κανένα θόρυβο και μπήκε μέσα στο σπίτι. Άκουγε αμυδρά τις φωνές από το σαλόνι. Στις μύτες των ποδιών της πέρασε από την κρεβατοκάμαρα και έφτασε στο δωμάτιο του παιδιού. Το μόνο που αντίκρισε εκεί ήταν ο ψυχρός τοίχος. Το ‘‘παρκάκι’’ του μωρού έλειπε και δεν υπήρχε τίποτα στην θέση του – ο χώρος ήταν κενός. «Θεέ μου, πού πήγε το μωρό;» σκέφτηκε και έκανε να φωνάξει, αλλά ο λυγμός χάθηκε κάπου στον λαιμό της.

«Σε περιμέναμε Νεφέλη μου», άκουσε έκπληκτη από το σαλόνι τη φωνή του Αντώνη. «Κάποιος έχει έρθει εδώ να σε δει και να σε βοηθήσει. Έλα σε παρακαλώ». Αν παρατηρούσε κανείς το ύφος της Νεφέλης θα απορούσε για την ραγδαία αλλαγή. Η απορία μετατράπηκε σε απόγνωση, αλλά η απόγνωση κατέληξε σε θυμό. Η Νεφέλη είχε θυμώσει. Τα μάτια της στένεψαν και το στόμα της έσφιξε. Τα σφιγμένα νύχια μάτωναν την παλάμη της. Όποιος κι αν ήταν αυτός που έπαιζε μαζί της, με τη λογική της, με τα νεύρα της, με το παιδί της, θα έπρεπε να της δώσει απαντήσεις. Δεν την ένοιαζε αν ήταν θεός ή άνθρωπος, άγγελος ή δαίμονας, δεν την ένοιαζε αν ήταν πολλοί ή ένας. Μάζεψε από κάτω την πεντάλφα που φορούσε πάντα στο μωρό για προστασία και κινήθηκε προς το σαλόνι.

Ο Αντώνης δεν σηκώθηκε από τη θέση του, ο Candrajα όμως ήταν αβρόφρων. Ώστε είχε βρει λοιπόν το σπίτι της, μιλούσε με τον άνδρα της, εδώ και πόσο καιρό άραγε; Παρανοϊκές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της και φαντάστηκε τους δυο τους να έχουν συμμαχήσει εναντίον της. Μα τι έλεγε; Όλοι είχαν συμμαχήσει εναντίον της, αλλιώς θα την βοηθούσαν και δεν θα την κοίταζαν σαν να είχαν μπροστά τους έναν τρελό. Και η Αλίκη ήταν στο κόλπο και οι συνάδελφοί της, η οικογένειά της, ακόμα και οι γείτονες γνώριζαν, η Βέτα γνώριζε.

Ήταν μόνη τώρα.

Μπορούσε να τρέξει μακριά τους, ή μπορούσε να τους πολεμήσει. Μπορούσε να καταρρεύσει, ή να βγάλει επιτέλους κάποιο συμπέρασμα και να ρίξει ολοκληρωτικά πια εκείνους τους πέπλους που την εμπόδιζαν να απελευθερωθεί. Το βλέμμα της ήταν δολοφονικό, είχε πάρει την απόφασή της. Τα λόγια της θα μαχαίρωναν ανελέητα τους δύο άνδρες που είχε μπροστά της, αν ο Candraja δεν την προλάβαινε και ξεστόμιζε: «Γνωρίζω ποιος σε καλεί. Κινδυνεύεις. Ήρθε η ώρα να κάνεις το Άλμα και είμαι εδώ για να σε βοηθήσω»…

 

 


Νεφέλη…

Νεφέλη….Ξύπνα…

Νεφέλη…!

Η επιτακτική φωνή έβγαλε την Νεφέλη από τις παραισθήσεις της.

Ήταν ξαπλωμένη και ο ήλιος χάιδευε το πρόσωπό της και έκανε το μέτωπό της να ζαρώνει. Ένιωθε το φως σε κάθε σημείο του κορμιού της να τη ζεσταίνει, να τη γαργαλά, να την φωτίζει. Έκανε ν’ ανοίξει τα μάτια της αλλά δε μπόρεσε. Τόσο έντονο ήταν. Ανασηκώθηκε.

Σήκωσε το χέρι της για να προστατέψει τα μάτια της, τα μισοάνοιξε, αλλά πάλι δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα άλλο εκτός από εκείνο το υπέρλαμπρο φως που φαινόταν να έχει πλημμυρίσει τα πάντα ή να είναι τα πάντα.

Συνειδητοποίησε πως αιωρούταν και ενθουσιάστηκε. Ένα συναίσθημα κατέλαβε κάθε κύτταρο του κορμιού της, τόσο αναζωογονητικό, τόσο ευχάριστο, τόσο έντονο και τόσο πρωτόγνωρο. Αυτό θα πρέπει να ήταν η αίσθηση της απόλυτης ευτυχίας, της απόλυτης ελευθερίας. Δεν ξέρει ούτε η ίδια πόση ώρα πέρασε έτσι, δεν σκεφτόταν, δεν φοβόταν, δεν ήλπιζε, αλλά βίωνε αυτό το συναίσθημα και θα μπορούσε να είναι έτσι για πάντα, σκέφτηκε, χωρίς τίποτα άλλο, χωρίς κανέναν. Δεν είχε άλλες ανάγκες και δεν την ένοιαζαν οι ανάγκες κανενός, για πρώτη φορά στη ζωή της η Νεφέλη ήταν ελεύθερη, ήταν απόλυτα ευτυχισμένη, ήταν πλήρης.

Ήταν τότε που κάτι μπήκε μπροστά σε αυτήν και στην πηγή αυτού του θείου φωτός που στην αρχή είχε περάσει για τον ήλιο. Το κορμί της πάγωσε μονομιάς και η αίσθηση που είχε προηγουμένως χάθηκε μαζί με τη ζεστασιά. Μια σκοτεινή σιλουέτα βρισκόταν απέναντί της και την παρατηρούσε. Η Νεφέλη ένιωσε απαίσια, σαν να ήταν γυμνή απέναντι σε έναν άγνωστο, ο οποίος παραβίαζε κάτι από το είναι της.

Σταμάτησε να αιωρείται, τώρα έπεφτε, τώρα την είχε καταλάβει αγωνία και τώρα η λογική της είχε επανέλθει.

«Τι συμβαίνει;» σκέφτηκε τρομοκρατημένη. «Πού είμαι, τι έπαθα;»

Νόμιζε πως θα πέθαινε και σιγουρεύτηκε όταν άρχισαν να έρχονται μπροστά στα μάτια της οι πιο έντονες αναμνήσεις της ζωής της.

Η οικογένειά της, οι φίλοι της, τα πεθερικά της, ο Αντώνης, το αφεντικό της, η Μπελίτ η γάτα που είχε όταν ήταν μικρή, οι παιδικοί της φίλοι, η Αλίκη, δυο τρεις γείτονες, ένας ασπρομάλλης ψηλός άντρας, ο γάμος της, η πρώτη της φορά, η κηδεία της γιαγιάς της, η γέννηση του παιδιού της, το παιδί της. Φυσικά! Το παιδί της.

Πώς το ξέχασε, πώς ήταν δυνατόν να μην το σκεφτεί πρώτο από όλα. Η ταχύτητα της πτώσης της ελαττώθηκε έως ότου μηδενίστηκε. Το σφίξιμο στο στομάχι της από την πτώση υποχώρησε.

Κοίταξε ολόγυρά της και είδε πως στεκόταν στην κορυφή ενός λόφου. Το τοπίο γύρω της ήταν καταπράσινο με πάρα πολλά δέντρα διαφόρων ειδών. Ένα μεγάλο ποτάμι κυλούσε προς τη δύση, εκεί όπου ο ήλιος χανόταν πίσω από τις κορυφές κάποιων μακρινών βουνών. Ο αέρας κουβαλούσε πάνω του τις αμέτρητες μυρωδιές της φύσης, χώμα, χορτάρι, δέντρα, ζώα, λουλούδια, ακόμα και η επερχόμενη βροχή ήταν αποτυπωμένη πάνω του. Η Νεφέλη παρατήρησε τα σύννεφα να τρέχουν κάπου εκεί ψηλά και να αλλάζουν μορφές. Τόσο απαλές ήταν αυτές οι αλλαγές που δεν μπορούσε να διακρίνει τη στιγμή που η χελώνα γινόταν δράκος, μα το καταλάβαινε εκ των υστέρων.

Και η ώρα πέρασε και ο δράκος έγινε πλοίο και το πλοίο έγινε ψάρι και το ψάρι έγινε μονόκερως και ο ήλιος κρύφτηκε και ο άνεμος κόπασε και η σκοτεινή σιλουέτα βρέθηκε μαζί της πάνω στο λόφο και η ψιχάλα άρχισε. Δεν φοβόταν πλέον, το τοπίο της έφερε μια γλυκιά μελαγχολία καθώς ο ήλιος και η θάλασσα σταμάτησαν να παίζουν.

Νεφέλη, για αυτό στενοχωριέσαι, είπε η σκοτεινή σιλουέτα με μια φωνή βαθιά, καθησυχαστική, οικεία. Το παιχνίδι ποτέ δεν τελειώνει, εξάλλου ο Ίκαρος δεν πέθανε.

Δεν πέθανε; ρώτησε η Νεφέλη εμβρόντητη, λες και το είχε καημό αν πέθανε ή όχι.

Όχι βέβαια, απορώ ποιος διαδίδει τέτοιες φήμες. Βέβαια, συνέχισε να λέει, με τη λογική τη δική σου μπορείς να θεωρηθείς νεκρή.

Νεκρή, μα δε …δεν είμαι νεκρή, ψέλλισε με μια υποψία φόβου να μεγαλώνει στα στήθη της.

Ό άντρας έκανε να φύγει.

«Στάσου», φώναξε η Νεφέλη και έκανε να τον φτάσει, αλλά σκόνταψε σε μια πέτρα και έπεσε. Άρχισε να κουτρουβαλάει την πλαγιά του λόφου έτσι ώστε έφτασε κάτω σε ελάχιστο χρόνο. Σηκώθηκε ζαλισμένη πιάνοντας το κεφάλι της. Όλα γύριζαν. Ο λόφος τώρα πια είχε μια γραμμή από πατημένα χόρτα και λουλούδια που έφτανε ίσα πάνω στην κορυφή. Αυτή ήταν η τροχιά που διέγραψε και η Νεφέλη. Έκανε να γελάσει με το θέαμα, αλλά ξαφνικά όλα άρχισαν να γυρίζουν ακόμα πιο γρήγορα και το τοπίο μαύρισε και σκοτείνιασε τελείως. Ένιωσε πως ήταν ρούχο μέσα σε πλυντήριο ή αστροναύτης που εκπαιδεύεται ώστε να αντέχει την φυγόκεντρο δύναμη.

Όταν όλα σταμάτησαν να γυρίζουν παρατήρησε πως ήταν πάνω σε έναν ψηλό βράχο στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Το μόνο πράγμα που έσπαγε την μονοτονία ήταν οι αμμόλοφοι. Πανέμορφοι πανύψηλοι αμμόλοφοι. Ο ουρανός ήταν έτσι όπως δεν τον είχε ξαναδεί. Γεμάτος αστέρια και νεφελώματα. Ένα απαλό αεράκι χάιδευε τη Νεφέλη και της έφερνε μια δροσιά και οσμές από το μέρος. Παρατηρούσε εκστασιασμένη το τοπίο. Ένιωθε πολύ μικρή, πολύ ασήμαντη, αλλά ταυτόχρονα σημαντική, μιας και ήταν το μόνο ζωντανό πλάσμα σε αυτή την έρημη έρημο.

«Ζωντανό;»

Η φωνή ακούστηκε ακριβώς δίπλα από τα αυτιά της Νεφέλης και την έκανε να τιναχτεί. Της έμοιασε με φιδιού και ανατρίχιασε. Γύρισε μόνο και μόνο για να δει τη σκοτεινή σιλουέτα, μόνο που τώρα δεν είχε κάτι το αφύσικο. Έμοιαζε περισσότερο με έναν ψηλό άνδρα που φορούσε έναν μαύρο μεταξένιο μανδύα και λιγότερο με κάτι εξωκοσμικό που ήταν τυλιγμένο με σκοτάδι. Η κουκούλα του ήταν σηκωμένη και έκρυβε το πρόσωπό του. Ωστόσο, κάποιες φορές τα μάτια του αντανακλούσαν ένα λευκό φως, όπως της γάτας.

«Εδώ που βρισκόμαστε τίποτα δεν είναι ζωντανό», της είπε.

Η Νεφέλη ανατρίχιασε για πολλοστή φορά.

«Δεν σε πιστεύω», του είπε απότομα.

Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους του.

«Δικό σου πρόβλημα, εγώ μια φορά σου λέω την αλήθεια». Γύρισε και κοίταξε προς τα αστέρια. Η Νεφέλη ακολούθησε το βλέμμα του. «Πες μου τι βλέπεις γνώριμο σε αυτόν τον ουρανό».

Η Νεφέλη άρχισε να παρατηρεί προσεχτικά τον ουρανό. Δεν χρειάζονταν πολλές γνώσεις περί αστροπαρατήρησης για να αντιληφθεί πως ο ουρανός αυτός ήταν διαφορετικός από αυτόν που ήξερε. Σ’ αυτόν υπήρχαν χρώματα, σ’ αυτόν οι γαλαξίες φαίνονταν τεράστιοι και τα άστρα ήταν υπέρλαμπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, πορτοκαλί, λευκά. Τα νεφελώματα ήταν τα πιο εντυπωσιακά. Ήταν πολύ έντονα με διάφορα χρώματα και άλλαζαν σχήμα όπως τα σύννεφα, με λίγο πιο αργό ρυθμό.

Το θέαμα την είχε συνεπάρει.

Πού είμαστε; ρώτησε με περισσότερο ενθουσιασμό παρά φόβο στη φωνή της.

Σου αρέσει εδώ;

Ναι! Πολύ. Πάρα πολύ! απάντησε αυθόρμητα, χαζεύοντας ακόμη τον μαγευτικό ουρανό και τις απίστευτες μορφές και σχέδια που άλλαζαν τα νεφελώματα.

Τότε κάτσε, της είπε.

Ναι θα κάτσω!, απάντησε σαν υπνωτισμένη.

Ήταν τόση η ομορφιά που αντίκριζε που είχε πλημμυρίσει τις αισθήσεις της. Ένιωθε πλήρης για δεύτερη φορά. Η γυναίκα έγινε δέντρο και το δέντρο έγινε άνδρας και ο άνδρας έγινε φίδι και το φίδι έγινε δελφίνι και το δελφίνι έγινε μονόκερως και ο μονόκερως έμεινε μονόκερως και συνέχισε να είναι μονόκερως και η Νεφέλη παρατήρησε πως αγωνιζόταν να μείνει μονόκερως και τα κατάφερνε έστω και με δυσκολία. Συνειρμικά, από ένα μονοπάτι δεκάδων εικόνων, λέξεων και συναισθημάτων το παιδί της ξανανέβηκε στη σκέψη της.

«Και εκεί θα πρέπει να μείνει», είπε μια άλλη φωνή, ενός άλλου άνδρα. Μια πολύ οικεία φωνή που δεν μπορούσε όμως να καταλάβει σε ποιον ανήκε.

Γύρισε να δει ποιος άλλος ήταν μαζί τους στο λόφο. Αντ’ αυτού διαπίστωσε πως ήταν μόνη της. Μονάχη στεκόταν η Νεφέλη πάνω στον Βράχο, Μονάχη στεκόταν και μέσα στην έρημο. Μονάχη στέκομαι και στη ζωή μου, σκέφτηκε μελαγχολικά.

Στράφηκε ξανά προς τον ουρανό. Ο μονόκερως ήταν ακόμη εκεί, μετά βίας κρατιόταν. Από μέσα του πάσχιζαν να ξεπηδήσουν άλλες μορφές αλλά δεν μπορούσαν. Σαν να έδινε έναν αγώνα επιβίωσης εκεί πάνω. Κάποια άλλα νεφελώματα πλησίαζαν σιγά σιγά το νεφέλωμα του Μονόκερου. Μάλλον έχουν απειλητικές διαθέσεις, σκέφτηκε η Νεφέλη. Ανασήκωσε τους ώμους της και γύρισε να φύγει, έπεσε όμως πάλι στον άντρα με τον μαύρο μεταξωτό μανδύα.

Κουράστηκες; τη ρώτησε με την βαθιά φωνή του.

Ναι, θέλω να πάω σπίτι μου. Η Νεφέλη είχε αρχίσει να κρυώνει και είχε σταυρώσει τα χέρια στο στομάχι της.

Σε ποιο σπίτι από όλα; Ο άντρας της μιλούσε σαν να ήταν μικρό παιδί, αργά, προσποιητά και ευχάριστα.

Εκείνη απόρησε. «Τι ποιο σπίτι;», σκέφτηκε, «Ένα σπίτι έχω».

Είσαι σίγουρη;

Για άλλη μια φορά απαντούσε στις σκέψεις της, για άλλη μια φορά την έκανε να ανατριχιάσει. Ήθελε να φύγει. Ένα αίσθημα ότι βρισκόταν σε κίνδυνο την κατέλαβε ολοκληρωτικά. Άρχισε να φοβάται, άρχισε να κρυώνει. Άρχισε να αισθάνεται πως πρέπει να είναι δίπλα στο παιδί της, μαζί με τον άντρα της στο σπίτι τους.

Έκανε να φύγει αλλά ο άντρας την έπιασε από το χέρι πολύ γρήγορα. Η Νεφέλη μόλις τότε παρατήρησε πως ο άντρας αυτός φορούσε γάντια και τότε ήταν που άρχισε να δημιουργείται μέσα της η εντύπωση πως δεν ήταν άνθρωπος. Έκανε να ξεφύγει, αλλά η σιδερένια λαβή του άντρα την απέτρεψε. Σίγουρα δεν ήταν ανθρώπινη.

«Θες να φύγεις; Από τώρα, όταν έχω να σου δείξω ακόμη τόσα πράγματα;»

Η φωνή του δήλωνε απορία αλλά ήταν ήρεμος.

«Δεν θες να σου μιλήσω για την αλήθεια; Δεν θες να σου δείξω ό,τι γνωρίζω; Εξάλλου, εσύ ήρθες και με βρήκες, εσύ απάντησες στο κάλεσμά μου, μην αφήνεις αυτόν τον παροδικό φόβο να σε καταβάλει. Μαζί θα ξεπεράσουμε όποιον φόβο και όποια ανασφάλεια έχεις και θα υπερπηδήσουμε κάθε εμπόδιο που θα σταθεί ανάμεσα σε εσένα και στην ελευθερία».

Τα λόγια του είχαν αντίκτυπο στα συναισθήματα της Νεφέλης. Ένιωσε ξανά οικεία, ο φόβος εξανεμίστηκε.

Η λαβή του άντρα χαλάρωσε. «Το μόνο που πρέπει να κάνεις, Νεφέλη, είναι να σφίξεις το χέρι μου δυνατά, να τα αφήσεις όλα πίσω και να έρθεις μαζί μου».

Η Νεφέλη κρατούσε ακόμα το χέρι του άντρα και ήταν έτοιμη να τον ακολουθήσει στα πιο απίθανα μέρη, όταν κάτι την άρπαξε δυνατά από τους ώμους και την σήκωσε στον αέρα.

Ήταν ένας άνδρας με γκριζόασπρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, πάνω σε έναν μονόκερο. Αυτός την είχε αρπάξει και την είχε βάλει μπροστά του καθώς απομακρύνονταν από την έρημο και κατευθύνονταν στα νεφελώματα, από όπου και είχαν έρθει σχίζοντας τον αέρα με τεράστια ταχύτητα.

Η Νεφέλη είχε σαστίσει καθώς οι αναμνήσεις επανέρχονταν σταδιακά και καθώς καταλάβαινε σιγά σιγά τι συνέβαινε.

Θυμόταν πως είχε μπει έξαλλη στο σαλόνι του σπιτιού της και εκεί ο Candraja άρχισε να της μιλάει για έναν κίνδυνο που ελλόχευε στα πιο απίθανα μέρη. Μιλούσαν ώρες για αυτό το κάτι που συνέβαινε στη Νεφέλη και τον τελευταίο καιρό την είχε αλλάξει. Της είχε πει πως χρειαζόταν καθοδήγηση και πως ήταν διατεθειμένος να την βοηθήσει αν εκείνη το ήθελε. Ο άντρας της καταλάβαινε και θα ήταν μαζί της και αυτό της έδωσε τη δύναμη - ύστερα από πολλές ώρες συζήτησης - να δεχτεί.

 

Έτσι, ο Candraja με μια υπνική άσκηση που της έδειξε και με την βοήθεια του Καρταζόνον, ενός βοτάνου, κατάφερε να την κοιμίσει και να την στείλει στο εκεί, όπως το έλεγε. Έπρεπε μόνη της να δει με τι ήταν αντιμέτωπη και τι θα κυνηγούσε. Χαρακτηριστικά της είπε: «Πρέπει να πάρεις πρέφα σε τι είδους γήπεδο θα παίξουμε μπάλα».

Όλα ήταν έτοιμα και λίγο πριν η Νεφέλη αποκοιμηθεί , ο Candraja της είπε: «Όταν νιώσεις πως θες να μας αποχωριστείς, σκέψου το μόνο πράγμα που θα σε κρατούσε εδώ».

Τώρα που άνοιξε τα μάτια της, αντίκρισε τον Candraja και τον Αντώνη να πίνουν από ένα δυνατό ποτό και στη μέση, δίπλα στον καναπέ που ήταν ξαπλωμένη η Νεφέλη και μπροστά από το αναμμένο τζάκι, το μωρό. Ανασηκώθηκε νιώθοντας το κεφάλι της να είναι ασήκωτο και το σώμα της σμπαράλια, σαν να κοιμόταν τρεις μέρες συνεχόμενες. Σύμφωνα με το ρολόι στον τοίχο ήταν περασμένα μεσάνυχτα.

 

Ο Αντώνης της χαμογέλασε. Ήταν κατάχλομος και ταλαιπωρημένος. «Είσαι καλά;» η φωνή του ακούστηκε σπασμένη, αλλά δήλωνε πραγματικό ενδιαφέρον. Ο Candraja ήταν καταϊδρωμένος και λαχανιασμένος. Χαμογέλασε με το που την είδε να σηκώνεται και κατέβασε το υπόλοιπο από το ουίσκι του μονομιάς.

«Τι συνέβη;» ρώτησε η Νεφέλη, αφού ασχολήθηκε λίγο με το μωρό που κοιμόταν.

«Κοιμάσαι μια ολόκληρη μέρα τώρα», αποκρίθηκε ο Αντώνης. «Ο Candraja είπε πως κινδύνεψες και πως σε έσωσε την τελευταία στιγμή».

Η Νεφέλη δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του Αντώνη για να συνέλθει. Δεν είχε δει τον άντρα της έτσι πολύ καιρό τώρα. Από την αρρώστια του μωρού είχε να τον δει τόσο χλωμό και τόσο ανήσυχο. Άρχισε τότε να τους διηγείται συνεπαρμένη από την ένταση αυτού του βιώματος τα πάντα, για τον σκοτεινό άντρα, για τα απίθανα ταξίδια της και για τα απίστευτα συναισθήματα που είχε νιώσει. Λέγοντάς τα άρχιζε και η ίδια να τα νοσταλγεί. Ήταν σαν να είχε περάσει πολύ καιρό στο “εκεί”, πολύ περισσότερο από μια μέρα.

Έπιασε τον εαυτό της να χαμογελά μελαγχολικά όταν τον παρομοίασε με την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων. Η διήγηση αυτού του ταξιδιού είχε συνεπάρει τους δύο ακροατές, μα περισσότερο τον Candraja που σε πολλά σημεία χαμογελούσε, σε αντίθεση με τον Αντώνη, που όλα αυτά του φαίνονταν πολύ παράξενα.

Είσαι πολύ δυνατή Νεφέλη, είπε ο Candraja μετά την βαθιά σιωπή που ακολούθησε το τέλος της ιστορίας της. Τόσο που μας εξέπληξες όλους.

Ίσως θα είναι καλύτερα να μου τα εξηγήσεις όλα. Τώρα! είπε με αποφασιστικότητα στον γκουρού. Υποτίθεται πως αυτή η ύπνωση θα μου έλυνε τις απορίες μου, θα μου έδειχνε τον δρόμο. Αντί για αυτό, βέβαια, μπερδεύτηκα ακόμη περισσότερο.

Ο Candraja σηκώθηκε όρθιος. Βάδισε προς το τζάκι και παρατήρησε λίγη ώρα τις φλόγες. Στράφηκε στη Νεφέλη με ένα πολύ σοβαρό ύφος.

Ήρθε η ώρα να σου κάνω μια πολύ σημαντική αποκάλυψη, Νεφέλη. Ήρθε η ώρα να σου μιλήσω για μια αλήθεια που δεν ξέρω αν θα την αντέξεις. Ήρθε η στιγμή να σου ζητήσω να κάνεις το επόμενο βήμα, να κάνεις την υπέρβαση.

Ακούω, είπε αποφασιστικά η Νεφέλη.

Κοιτούσε την κούνια και έπαιρνε απίστευτη δύναμη στη σκέψη του μωρού της. Κάτι της συνέβαινε καιρό τώρα και το τελευταίο διάστημα ό,τι της συνέβαινε είχε γίνει πιο έντονο. Φοβόταν πως θα τρελαινόταν και ήθελε καθοδήγηση. Ήθελε να γνωρίζει, ήθελε να αντιμετωπίσει ό,τι περνούσε ώστε να είναι εκεί, να είναι δυνατή για αυτήν την μικροσκοπική μπάλα ζωής που ανέπνεε αθόρυβα μέσα στην κούνια.

Για το μωρό θα ήταν δυνατή, και θα άντεχε όποια αλήθεια και ότι και αν της έλεγε ή της ζητούσε ο Candraja.

 


 

 

 

“Mother will never understand
Why you had to leave
But the answers you seek
Will never be found at home
The love that you need
Will never be found at home”

Ίκαρε! Γύρνα πίσω!

Με την σπαρακτική της έκκληση, η Νεφέλη προσπαθούσε να διορθώσει το λάθος που την κυνηγούσε χρόνια τώρα. Από τη νύχτα εκείνη που πήρε την απόφαση κι έκανε την Yπέρβαση. Από τότε που πίστεψε τον Candraja.

Η Νεφέλη είχε πάψει να είναι άνθρωπος. Από το βράδυ εκείνο, είχε μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο, διαφορετικό. Ήταν ένας Μεσολαβητής. Ζούσε σε μια κατάσταση ύπαρξης μεταξύ της δεδομένης πραγματικότητας που γνώριζε μέχρι τότε και των άλλων κόσμων. Οι άλλοι κόσμοι ονομάζονταν και άλλοι τόποι ή εναλλακτικές πραγματικότητες. Παράλληλα με την ύλη και το σύμπαν όπως το γνώριζαν με τις περιορισμένες τους γνώσεις οι άνθρωποι, αναπτύσσονταν κόσμοι πέρα από κάθε φαντασία. Το ίδιο το σύμπαν επαλήθευε όλα ανεξαιρέτως τα ενδεχόμενα!

Τα σύνορα μεταξύ φυσικής, μεταφυσικής και επιστημονικής φαντασίας είχαν πάψει από καιρό να υφίστανται, ιδίως από τη στιγμή που οι κβαντικές θεωρίες έδωσαν το έναυσμα της αναθεώρησης της ανθρώπινης κοσμοαντίληψης. Κι ενώ η επιστήμη αδυνατούσε με τεχνικά μέσα να αποκτήσει πρόσβαση στους άλλους τόπους, φαίνεται ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν αναπτύξει την ικανότητα να μεταβαίνουν σε όποιον κόσμο ήθελαν αλλά και να επισκέπτονται διαφορετικούς κόσμους κατά το δοκούν.

Μόλις τα τελευταία χρόνια ο άνθρωπος είχε κατορθώσει να ψηλαφίσει μέσα από τις πλέον σύγχρονες θεωρίες της φυσικής την πολλαπλότητα και ποικιλία των λεγόμενων άλλων διαστάσεων: Θεωρία των Υπερχορδών, Θεωρία Kaluza–Klein, η Υπερσυμμετρία του Witten, Πολυδιασπώμενη Συμπαντική Θεώρηση, είναι μερικές μόνο από τις θεωρίες που διατυπώθηκαν προσπαθώντας να ιχνηλατήσουν μία terra incognita, την ύπαρξη της οποίας υποψιαζόταν ο άνθρωπος ανέκαθεν. Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες μόνο οι μυθολογίες, οι λαϊκές παραδόσεις, οι οραματιστές, οι αποκρυφιστές και οι φιλόσοφοι είχαν σκιαγραφήσει την ύπαρξη άλλων διαστάσεων και τις περιέγραφαν με αλληγορίες ή με συγκαλυμμένες διηγήσεις του φανταστικού. Ονόματα όπως Αντίκοσμος, Hurqalya, ΥπερΓή, Ανώτερα Πεδία περιέγραφαν παράλληλους κόσμους άλλοτε εφιαλτικούς και άλλοτε ειδυλλιακούς. Συγγραφείς όπως ο H.P. Lovecraft, ο Lord Dansany, ο Arthur Machen, αναφέρονταν αποκαλυπτικά στα κείμενά τους σε τόπους πέρα από την ανθρώπινη νόηση που προκαλούν ανείπωτα συναισθήματα έλξης αλλά και τρόμου. Σύμφωνα με τους ανταποκριτές οι άλλες πραγματικότητες κατοικούνταν από όντα. Πλάσματα άγνωστα στην ανθρώπινη αντίληψη, νοήμονα ή άνοα, πνεύματα, ανθρωποειδή με βάση όχι τον άνθρακα αλλά το υδρογόνο ή το πυρίτιο, κατοικούσαν τους άλλους τόπους, επιβεβαιώνοντας ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά μία απειροελάχιστη ζώσα μονάδα σε απέραντα σύμπαντα που έσφυζαν από ζωή.

Πολιτισμοί είχαν αναπτυχθεί σε πολλούς από τους άλλους τόπους, ενώ ορισμένοι έμεναν πεισματικά έρημοι περιμένοντας κάποιο είδος ζωής να τους ανακαλύψει. Ο παράγων άνθρωπος είχε αναπτυχθεί σε διάφορους κόσμους με όλες τις δυνατές παραλλαγές. Τα ευφυή όντα των άλλων πολιτισμών είχαν έρθει αναπόφευκτα σε επαφή μεταξύ τους και ήταν έτοιμα να τους δεχθούν στον συνασπισμό τους. Χρειάζονταν ανθρώπινο δυναμικό, ένα είδος μεσαζόντων για να προσελκύσουν ανθρώπους. Έπρεπε με κάποιο τρόπο η ανθρωπότητα να σταματήσει να ρίχνει κλεφτές ματιές στο «εκεί» όπως έκανε μέχρι τώρα, να ρίξει τους πέπλους και να αποφασίσει να μετοικήσει κάνοντας το εξελικτικό άλμα και εγκαταλείποντας τον παλιό της εαυτό. Ο Candraja ήταν ένας από τους πρώτους μεσάζοντες.

- …Κι εσύ Νεφέλη ήσουν η πρώτη μου μαθήτρια. Τυχαία νομίζεις σου παραχώρησα τη συνέντευξη; Δεν δίνω συνεντεύξεις, το γνωρίζεις, σε παρακολουθούμε καιρό και θεωρήσαμε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να εμφυτεύσουμε μέσα σου ορισμένες γνώσεις που θα σε ταρακουνούσαν. Όσα σου έλεγα σε συνδυασμό με τον τόνο μου και κάποιες τεχνικές, σου προκάλεσαν μία εναλλακτική κατάσταση συνείδησης. Σαν αποτέλεσμα ήρθε ταχύτατα η σχεδόν πλήρης αποξένωσή σου. Ήρθες κοντά στην τρέλα Νεφέλη, άγγιξες τον νου, είδες τις άλλες πραγματικότητες. Έπαψες να είσαι παρατηρούμενη, έγινες παρατηρήτρια.

- Ώστε όλα ήταν ένα καλά οργανωμένο σχέδιο. Γιατί να σε εμπιστευτώ Candraja; Είσαι ένας ξένος, κάποιος που μου έχει αναστατώσει τη ζωή μου. Γιατί να πιστέψω όσα μου αραδιάζεις;

- Γιατί τα βίωσες Νεφέλη! Και ξέρεις μέσα σου ότι ήταν οι πιο αληθινές στιγμές της ζωής σου. Η συνείδησή σου αφυπνίστηκε και συνεχίζει να αφυπνίζεται. Είσαι μία από τους εγρηγορότες πια.

- Και μου ζητάς να κάνω την Υπάρβαση που λες, να εγκαταλείψω τη ζωή μου, το σπίτι μου, τον άνδρα μου το παιδί μου για να περάσω στην άλλη μεριά. Αυτό μου ζητάς; Είσαι παράλογος.

- Παράλογη θα είσαι εσύ Νεφέλη σε λίγες ώρες, μπορεί από λεπτό σε λεπτό. Όταν κοιτάζεις την Άβυσσο, η Άβυσσος ήδη σε καταπίνει. Το ανθρώπινο μυαλό δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί τις εικόνες που είδες, όσα βίωσες. Ο τρόμος είναι ελεγχόμενος ακόμα, σύντομα θα ξεχυθεί και δεν θα μπορέσεις να τον συγκρατήσεις. Δεν μπορώ να εγγυηθώ τι θα συμβεί την επόμενη φορά που θα έχεις κάποια φευγαλέα έστω εικόνα από τους άλλους τόπους. Δυστυχώς έχεις μόνο δύο επιλογές. Μπορείς να παραμένεις εδώ, με την οικογένειά σου. Η τρέλα θα ελλοχεύει. Σήμερα ή αύριο θα είσαι ανίκανη να έχεις οποιαδήποτε επικοινωνία με το περιβάλλον και θα βυθιστείς σε ένα ανυπέρβλητο τρομώδες παραλήρημα χωρίς τέλος. Μπορεί και να μην συμβεί ποτέ βέβαια. Η άλλη επιλογή, κάνεις την Υπέρβαση. Βαδίζεις σε μονοπάτια που δεν βάδισε ποτέ κανείς. Θα οδηγήσεις την ανθρωπότητα σε νέες ατραπούς, στο επόμενο βήμα. Θα είσαι η πρώτη μίας σειράς ανθρώπων που θα υπερβούν τον εαυτό τους, θα ανοίξουν την πόρτα για την εξερεύνηση του σύμπαντος και επιτέλους θα ξεκολλήσει τους ανθρώπους από τη Μαύρη Σιδερένια Φυλακή τους.

- Τι σημασία έχουν όσα μου λες, αν δεν μπορώ να αγκαλιάσω το παιδί μου; Πώς μπορώ να αποδεχθώ μία τέτοια πιθανότητα;

- Υπάρχει τίμημα Νεφέλη και είναι βαρύ. Θα προτιμούσες να σε δει το παιδί σου να ουρλιάζεις και να ωρύεσαι χαμένη στους προσωπικούς σου τρόμους;

Η Νεφέλη ήταν η πρώτη ενός νέου είδους ανθρώπων. Εδώ και 18 χρόνια αποτελούσε τον διαμεσολαβητή των κόσμων. Τα ευφυή όντα του συνασπισμού εντόπιζαν ανθρώπους ιδιαίτερους και ανέθεταν στη Νεφέλη να τους φέρει κοντά τους. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως ήταν άτομα που ένιωθαν πάντα ξένοι στον τόπο τους. Δεν είχαν πότε πολλές παρέες, είχαν ευαισθησίες, εκκεντρικά ενδιαφέροντα, ευγενείς ευσεβείς πόθους, αλλά και πάντα αισθάνονταν ότι ανήκαν κάπου αλλού. Τους διακατείχε μία εσωτερική παρόρμηση να επεκτείνουν τους ορίζοντές τους, να εξερευνήσουν το άγνωστο και να βυθιστούν στο μυστηριώδες. Είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο παλιός κύκλος έκλεισε. Ήθελαν να φύγουν πρώτοι, αλλά δεν γνώριζαν τον τρόπο. Η Νεφέλη κινούνταν σε μια κατάσταση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Επηρέαζε την κρίση των υποψηφίων, τους εμφύτευε τα ανάλογα ερεθίσματα περιμένοντας να ωριμάσει μέσα τους η επιθυμία για απόδραση από την δεδομένη πραγματικότητα. Όταν ήταν σαφές ότι επιθυμούσαν πράγματι τη μετάβαση στις άλλες πραγματικότητες, η Νεφέλη τους καθοδηγούσε στο «Εκεί». Ουσιαστικά ήταν μια εθελούσια απαγωγή ανθρώπων που ήταν δυστυχισμένοι με τη ζωή τους και τη δεδομένη πραγματικότητα. Στους άλλους τόπους τους περίμεναν νέες ευκαιρίες, μια νέα αρχή. Ένα νέο είδος ανθρώπων, σε μία νέα πατρίδα.

Η Νεφέλη είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι επιτελούσε το ρόλο της εμπροσθοφυλακής της ανθρωπότητας. Ήταν ευχαριστημένη και με κάθε νέο άνθρωπο που προσέλκυε ο ενθουσιασμός της εντεινόταν.

Όταν της ανακοινώθηκε ότι έπρεπε να επηρεάσει τον Ίκαρο, το γιο της, δίστασε. Ο ενθουσιασμός της χάθηκε. Δεν είχε αποτύχει πότε σε καμία αποστολή της, έβλεπε ανθρώπους ευτυχισμένους να ελευθερώνονται, φοβόταν ότι με τον γιο της κάτι δεν θα πήγαινε όπως έπρεπε.

Ο Ίκαρος είχε μεγαλώσει. Δεκαοχτώ χρόνων πλέον. Χωρίς τη μητέρα του, μεγάλωσε με τις φροντίδες του Αντώνη, ενός πατέρα που ποτέ δεν ήθελε να κάνει παιδιά. Παρά τις αντιξοότητες και την απόδραση της γυναίκας του, ο Αντώνης επέδειξε ενδιαφέρον και σεβασμό στον Ίκαρο. Δεν του αποκάλυψε ποτέ τι συνέβη με τη μητέρα του, κι ας ένιωθε πάντα μία πίκρα που τους εγκατέλειψε. Η Νεφέλη δεν επιτρεπόταν να επικοινωνήσει μαζί τους. Κάτι τέτοιο ήταν απαγορευτικό για τους μεσολαβητές, και τρομακτικό για τους ανθρώπους-δέκτες. Πολλές φορές αναρωτιόταν πως θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Αν εκείνο το βράδυ είχε αποφασίσει να μείνει μαζί με τον άνδρα της και το παιδί της ρισκάροντας την λογική της παρά να αποχωρήσει για μια αποστολή που τη λύτρωσε και πρόσφερε ένα τόσο μεγάλο καλό στην ανθρωπότητα. Κι αν ο τρόμος δεν εμφανιζόταν ποτέ;

Ήταν φθινόπωρο, μέσα Οκτωβρίου, όταν η Νεφέλη έκανε την πρώτη κίνηση στον ύπνο του Ικάρου. Ο νεαρός άνδρας έκανε μία ολονύχτια εξερεύνηση σε ένα άλλο τόπο, είδε οράματα απαράμιλλης ομορφιάς, συνάντησε ανθρώπους που τον αγκάλιασαν, έπαιξε με το σώμα του και τις άπειρες δυνατότητές του, ταξίδεψε στο χρόνο. Αλλά κάτι δεν ικανοποιούσε την Νεφέλη. Την ίδια ανησυχία είχε και τις επόμενες φορές, χωρίς όμως κανένα απρόοπτο. Καθησύχαζε τον εαυτό της και ήλπιζε ότι την πρόδιδε το ένστικτό της.

Την τελική νύχτα, τη νύχτα της Υπέρβασης, κατάλαβε ότι ο γιος της είχε αντιληφθεί την παρουσία της. Το παιδί είχε ανεπτυγμένες εξωαισθητήριες ικανότητες και ονειρευόταν συνειδητά από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, κάθονταν μάνα και γιος αντικριστά. Για πρώτη φορά ένιωσε απροστάτευτη και ένοχη.

- Παιδί μου, μουρμούρισε.

- Σε είχα καταλάβει από την αρχή, Μητέρα. Το ήξερα ότι θα ερχόσουν. Σε περίμενα ολόκληρη τη ζωή μου. Προσπαθούσα να σε φανταστώ, πως θα ήσουν σήμερα αν ζούσες. Αλλά εσύ δεν ήθελες να μείνεις κοντά μου.

- Υπήρχε λόγος Ίκαρε για την αποχώρησή μου. Κάτι πολύ μεγαλύτερο από τα ανθρώπινα δεδομένα. Εξάλλου δεν θα άντεχα να είμαι κοντά σου χωρίς να μπορώ να σε χαρώ.

- Δεν υπάρχει χαρά για εμένα. Εδώ και χρόνια έχω την αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι φτερό στον άνεμο. Στην πραγματικότητα δεν ελέγχει τίποτα στη ζωή του και δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Τα πάντα εξαρτώνται από εξωτερικές συνθήκες, υποχρεώσεις, κοινωνικές συμβάσεις, συγκυρίες ατυχίες, γνωριμίες, απρόβλεπτα γεγονότα. Η διαδοχή των γεγονότων αποτελεί το σύνολο της ζωής του, χωρίς όμως εκείνος να μπορεί αληθινά να επιλέξει αφού τα γεγονότα και οι συνθήκες τον ξεπερνούν. Ουσιαστικά διακατέχεται από μία επίφαση επιλογής. Όπως κι εγώ δεν επέλεξα τους γονείς μου, ούτε τη ζωή μου.

- Τώρα μπορείς να επιλέξεις αληθινά γιε μου, μπορείς να πάρεις μία απόφαση που θα αλλάξει τη ζωή σου. Ακολούθησέ με.

- Δεν θέλω καμία πραγματικότητα, της έφτυσε στα μούτρα. Δεν θέλω κανέναν άλλο τόπο. Δεν είμαι πουθενά χαρούμενος και δεν θα είμαι πουθενά, σε κανένα μακρινό αστέρι. Θέλω να ησυχάσω από το θόρυβο μέσα στο κεφάλι μου, αφήστε με ήσυχο.

- Ίκαρε, έχεις θυμό μέσα σου και έχεις και όλο το δίκιο του κόσμου. Δεν μπορώ να διορθώσω τίποτα, αλλά μπορώ να σου δείξω τόπους που θα αφήσεις πίσω σου την πίκρα που κουβαλάς. Και θα είμαστε επιτέλους μαζί.

Ο νεαρός άνδρας φάνηκε να διστάζει. «Μαζί». Πώς ήταν να είναι μαζί με τη μητέρα του; Τι τον ένοιαζαν τα άλλα πεδία και οι παράδεισοι όταν δεν είχε ποτέ το μητρικό χάδι;

Το τοπίο έμοιαζε να ζωντανεύει απότομα γύρω τους.

«Ζωντανό;»

Η φωνή ακούστηκε ακριβώς δίπλα από τη Νεφέλη και τον Ίκαρο και τους έκανε να τιναχτούν. Τους έμοιασε με φιδιού και ανατρίχιασαν. Γύρισαν μόνο και μόνο για να δουν την σκοτεινή σιλουέτα, μόνο που τώρα δεν είχε κάτι το αφύσικο. Έμοιαζε περισσότερο με έναν ψηλό άνδρα που φορούσε έναν μαύρο μεταξένιο μανδύα και λιγότερο με κάτι εξωκοσμικό που ήταν τυλιγμένο με σκοτάδι.

Η κουκούλα του ήταν σηκωμένη και έκρυβε το πρόσωπό του. Ωστόσο κάποιες φορές τα μάτια του αντανακλούσαν ένα λευκό φως , όπως της γάτας.

Όσες φορές κι αν είχε δει τον Φύλακα, η Νεφέλη ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν.

- Πες μου, Ίκαρε, τί βλέπεις γνώριμο σε αυτόν τον ουρανό, ρώτησε ο Φύλακας.

Ο νέος έμοιαζε να έχει υπνωτιστεί από την παρουσία μίας οντότητας αρχαιότερης από κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Μία εσωτερική φλόγα όμως, πιο δυνατή από κάθε συμπαντική δύναμη δεν έλεγε να σβήσει μέσα του.

Η Νεφέλη ένιωθε συνεχώς πιο αδύναμη, έρμαιο δύο οντοτήτων, του Φύλακα των άλλων τόπων και του ίδιου του παιδιού της. Κανονικά έπρεπε να παρέμβει, να μιλήσει στον υποψήφιο, να τον νουθετήσει και να τον οδηγήσει. Στην περίπτωση του Ικάρου, δεν το ένιωθε σωστό.

- Πες μου, Ίκαρε, τι βλέπεις γνώριμο σε αυτόν τον ουρανό, ρώτησε ξανά ο Φύλακας.

- Δεν υπάρχει ουρανός Φύλακα, μονάχα λάθη.

Ο Ίκαρος γύρισε και άρχισε να τρέχει. Η Νεφέλη ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε έβλεπε τον γιο της να ξεμακραίνει πλησιάζοντας το βάραθρο που διέκρινε στο βάθος.

- Ίκαρε! Γύρνα πίσω!

Ο Ίκαρος πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που δεν έφτασε άλλος άνθρωπος, άγγιξε τον ουρανό, αλλά προτίμησε τα ανθρώπινα λάθη. Το βάραθρο τον κατάπιε.

«Νεφέλη για αυτό στενοχωριέσαι;»

Είπε η σκοτεινή σιλουέτα με μια φωνή βαθιά, καθησυχαστική, οικεία.

«Το παιχνίδι ποτέ δεν τελειώνει , εξάλλου ο Ίκαρος δεν πέθανε.»

«Δεν πέθανε;» ρώτησε η Νεφέλη εμβρόντητη!

Λίγες στιγμές αγωνίας παρεμβλήθηκαν πριν η Νεφέλη χάσει την ιδιότητά της σαν διαμεσολαβητής και επιστρέψει στο σαλόνι του σπιτιού της δεκαοχτώ χρόνια πίσω, με το μωρό στην αγκαλιά της, τον Αντώνη, και τον Candraja απέναντί της.

Χρειάστηκε μερικά λεπτά μέχρι να συνέλθει, απόλυτα συνειδητή για το άλμα της προς την προηγούμενη κατάσταση και πραγματικότητά της.

«Έκανα ένα λάθος» ψέλλισε η Νεφέλη στους δύο άνδρες. «Ξέρω τι θα συμβεί αν κάνω την Υπάρβαση. Και δεν θέλω να το κάνω. Θέλω να μείνω εδώ με το παιδί μου. Θα ρισκάρω την τρέλα».

Ο Candraja την κοίταξε και κατάλαβε ότι ήταν πέρα από τις δυνάμεις του να τη μεταπείσει. Άνοιξε την πόρτα με το πιο θλιμμένο βλέμμα που είχε πότε άνθρωπος και έφυγε τόσο ξαφνικά όσο απότομα μπήκε στη ζωή τους.

«Θα βάλω τον Ίκαρο να κοιμηθεί» σχολίασε η Νεφέλη.

«Τον Ίκαρο; Πώς σου ήρθε; Πρώτη φορά αποκαλείς το μωρό με κάποιο όνομα.»

«Σκέφτηκα να τον πούμε Ίκαρο. Τι λες;»

«Ίσως να αλλάξω κι εγώ το όνομά μου, το Αντώνης ποτέ δεν με ενέπνεε.»

Ο Ίκαρος κοιμήθηκε και η Νεφέλη με τον Αντώνη εξάντλησαν τα ελάχιστα αποθέματα ενέργειας που τους είχαν απομείνει. Ο Ίκαρος μεγάλωνε με τη στοργή και τη φροντίδα των γονιών του χωρίς να μάθει ποτέ τι συνέβη τη νύχτα εκείνη. Ο Ίκαρος δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί οι πονοκέφαλοι της μητέρας του έπρεπε να την ταλαιπωρούν σε καθημερινή βάση. Όταν πέρασαν 16 χρόνια ξεκίνησε να έχει χρονικά κενά, παραισθήσεις, εικόνες από αλλού, οράματα. Δύο χρόνια αργότερα, όταν έκλεισε τα δεκαοχτώ, μην αντέχοντας άλλο την επαφή με τις άλλες πραγματικότητες, βυθίστηκε σε κώμα ένα πρωί του φθινοπώρου, μέσα Οκτωβρίου.

“You leave in the morning with everything you own

In a little black case

Alone on a platform , the wind and the rain

On a sad and lonely face”