GreekEnglish (United Kingdom)

Menu

Follow us on

 





I.C. - Ένα παράξενο λουλούδι
Article Index
I.C.
Αγγίζοντας την άλλη πλευρά
Ένα πρωινό
Ένα παράξενο λουλούδι
Interna Corporis
Όνειρο μέσα σε όνειρο
All Pages

Ένα παράξενο λουλούδι

 

Ο Μενέλαος έβαλε στον εαυτό του ένα διπλό ουίσκι σκέτο και απόμεινε να κοιτάει με βλέμμα χαμένο έξω από το παράθυρο.

 

Αρκετά με τους καφέδες για σήμερα! Η υπόθεση σηκώνει αλκοόλ!

Μίλησε τόσο ξαφνικά και απότομα που ακόμη και ο ίδιος παραξενεύτηκε. Μέσα στην απόλυτη ησυχία του διαμερίσματος η φωνή του αντήχησε σαν φωνή ξένου.

 

Πρέπει να έχω αρχίσει να τρελαίνομαι... Αυτό πρέπει να 'ναι... Ορίστε, τώρα μιλάω και στον εαυτό μου!

Ρούφηξε μια γουλιά ουίσκι τόσο αργά, σαν να κρινόταν από αυτή του την κίνηση η ψυχική και διανοητική του υγεία. Παραδόξως, το οινόπνευμα τον προσγείωσε τελείως στην πραγματικότητα και τον έκανε να νιώσει κάπως καλύτερα. Το τηλεφώνημα της Ελένης - έτσι έλεγαν την μελαχρινούλα από το μπαράκι - τον είχε ταράξει πολύ. Ίσως περισσότερο και από το παράξενο επεισόδιο της προηγούμενης νύχτας. Αυτό όμως που δεν τον άφηνε να ησυχάσει με τίποτα ήταν ένα ανεξήγητο, αλλά ταυτόχρονα απόλυτα φυσικό μες στην παραδοξότητά του αίσθημα ότι τα δύο περιστατικά συνδέονταν. Όσο κι αν έσπαγε το κεφάλι του, δεν μπορούσε να εντοπίσει συνδετικά στοιχεία κι αυτό τον τρέλαινε ακόμη περισσότερο.

 

Αναρωτήθηκε αν έπρεπε να ξαναπάει στο μπαράκι. Η Ελένη του είχε πει ότι θα ήταν εκεί. Δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να τη δει απόψε. «Ηρέμησε Μενέλαε! Ούτε που την ξέρεις καλά καλά. Μια φορά την είδες όλη κι όλη», μονολόγησε ρουφώντας άλλη μια χορταστική γουλιά από το ουίσκι του. Ένιωθε, ωστόσο, μπερδεμένος, γιατί είχε αυτή την επίμονη αίσθηση ότι δεν την είχε δει για πρώτη φορά στο συνοικιακό μπαράκι και ότι την ήξερε καλύτερα απ' ότι του υπαγόρευε η λογική του. Άλλωστε η λογική του ως εργαλείο προσέγγισης της αλήθειας τον είχε απογοητεύσει οικτρά τελευταία. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να βρει εναλλακτικές μεθόδους για να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Ίσως το βιβλίο που μελετούσε να τον βοηθούσε.

Χωρίς καν να το καταλάβει, είχε κατευθυνθεί προς το γραφείο του και ήδη ξεφύλλιζε την “απαγορευμένη” πραγματεία με τον αμφιλεγόμενο τίτλο. Έπρεπε οπωσδήποτε να βγάλει την Ελένη από το μυαλό του. Είχε συνηθίσει να κάνει επιφανειακές σχέσεις που είχαν πάντα ημερομηνία λήξης. Φρόντιζε να αποχωρεί εγκαίρως, πότε με τακτ και πότε όχι, πριν γίνουν αντιληπτές οι “παραξενιές” του. Ξεγελούσε έτσι τον εαυτό του ότι κατάφερνε να ισορροπεί όλες τις ανάγκες του, πνευματικές, σωματικές και συναισθηματικές. Μετά τα οδυνηρά εκείνα χρόνια του σχολείου, όπου οι προσβολές και οι κοροϊδίες έδιναν κι έπαιρναν και τα κορίτσια τον κοιτούσαν με μισό μάτι, είχε αποφασίσει να μην αποκαλύψει σε άλλον άνθρωπο τις αλλόκοτες ιδέες και τις εκπληκτικές σκέψεις που άνθιζαν σαν παράξενα λουλούδια στο μυαλό του. Κατέγραφε όμως τα πάντα. Ένα τμήμα της βιβλιοθήκης του ήταν γεμάτο σημειωματάρια, όπου σημείωνε λέξεις, σκέψεις, ακόμη και τα λιγοστά όνειρα που έβλεπε κατά καιρούς. Αυτή ήταν η μικρή παράξενη συλλογή του, η μικρή παράξενη ζωή του. Κι όμως αισθανόταν ότι αυτό που του συνέβαινε τώρα ήταν κάτι μεγαλύτερο. Κάτι πέρα από την κατανόησή του.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε έτσι. Σ' αυτή την άξαφνη συνειδητοποίηση, σταμάτησε το ασυναίσθητο ξεφύλλισμα του βιβλίου και αφού το βλέμμα του χάθηκε για λίγο στις κεχριμπαρένιες ανταύγειες του ποτού, κατέβασε μονοκοπανιά όσο ουίσκι είχε απομείνει στο ποτήρι του. Καθώς αναλογιζόταν τα μπερδεμένα συναισθήματά του, οι αναμνήσεις τον χτύπησαν σαν ηχηρό χαστούκι. Θυμήθηκε πως όταν ήταν μικρός έβλεπε πολλά όνειρα. Με τρεμάμενα χέρια έβαλε άλλο ένα ουίσκι κι άρχισε να στρίβει τσιγάρο. Η μηχανική κίνηση τον βοήθησε να συνέλθει λίγο, αλλά ξαφνικά τα θυμήθηκε όλα. Θυμήθηκε πως μέσα στα όνειρά του ταξίδευε σε άλλους κόσμους, πότε όμορφους πέρα από κάθε φαντασία και πότε ανατριχιαστικά τρομακτικούς.

 

Θυμήθηκε πανέμορφα ηλιοβασιλέματα δίδυμων ήλιων που είχε δει σε κόσμους τόσο όμοιους κι όμως τόσο διαφορετικούς από τη δική μας γνώριμη Γη. Θυμήθηκε υγρές και δυσώδεις υπόγειες στοές, σκοτεινές σαν την αφέγγαρη νύχτα, που έστελναν στη ραχοκοκαλιά του τα πιο αληθινά κύματα ανατριχίλας που είχε αισθανθεί ποτέ του. Θυμήθηκε, τέλος, σπίτια που είχε ζήσει και δρόμους που είχε περπατήσει σε μια ονειρική Αθήνα κάπως διαφορετική και, ωστόσο, το ίδιο οικεία με την Αθήνα στην οποία ανέπνεε και σκεφτόταν αυτή τη στιγμή. Ποιος μπορούσε να του επιβεβαιώσει ποιες αναμνήσεις του ήταν πιο αληθινές; Ό,τι θυμόταν από την μονότονη ζωή του δεν μπορούσε να συγκριθεί στο ελάχιστο με τη ζωντάνια των εικόνων που τον κατέκλυζαν αυτή τη στιγμή. Ο Μενέλαος στριφογύρισε το ποτήρι στο χέρι του κι άναψε ξανά το τσιγάρο του που είχε σβήσει. Τα λιγοστά όνειρα που έβλεπε τα τελευταία είκοσι χρόνια του φαινόταν ξαφνικά σαν ανούσιες και άχρωμες σκιές των ονείρων των παιδικών του χρόνων.

 

Μα γιατί σταμάτησα να βλέπω τέτοια όνειρα; Και πότε; Γιατί δεν τα έχω καταγράψει σε κανένα σημειωματάριο;

 

Έσβησε βιαστικά το τσιγάρο, ήπιε μονορούφι και το υπόλοιπο ουίσκι, λες και αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει τη μνήμη του και κινήθηκε αποφασιστικά προς τα ράφια εκείνα της βιβλιοθήκης του που φιλοξενούσαν τις σκέψεις του σε μουντά, χαρτόδετα σημειωματάρια. Τράβηξε τυχαία ένα σημειωματάριο και καθώς το ξεφύλλιζε, ένιωσε κάτι ελαφρύ σαν φτερό να πέφτει στο πάτωμα. Έσκυψε να δει τι ήταν και καθώς μάζεψε το μικροσκοπικό αντικείμενο, ένιωσε τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Ένας δεύτερος και πιο δυνατός χείμαρρος αναμνήσεων τον κατέκλυσε και τον συγκλόνισε ως τα τρίσβαθα της ύπαρξής του. Αισθανόταν σαν να είχε σπάσει ένα φράγμα μέσα στο μυαλό του...Ένα φράγμα που τον εμπόδιζε να έρθει σε επαφή με κάποιες μυστικές - ακόμη και για τον ίδιο - πτυχές του εαυτού του. Η απαγορευμένη πραγματεία που αναφερόταν σε περισσότερους κόσμους, το σπίτι του που σε κάποια άλλη πραγματικότητα - ονειρική ή όχι δεν είχε σημασία - κατοικούνταν από έναν φιλήσυχο ηλικιωμένο, η μελαχρινή οπτασία που στοίχειωνε τα όνειρά του, η Ελένη, όλα έμοιαζαν να είχαν συντελέσει με έναν τρόπο μαγικό στην αφύπνιση ενός κομματιού του εαυτού του που είχε θάψει βαθιά μέσα του πολύ καιρό πριν.

 

Τώρα θυμάμαι...Τώρα πραγματικά θυμάμαι...

Η εικόνα άστραψε στο μυαλό του καθαρή σαν κρύσταλλο. Σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα και βάλθηκε να τρίβει με μανία τους κροτάφους του. Ένιωθε το μυαλό του να μουδιάζει. Είχε θυμηθεί ποιο ήταν το τελευταίο ζωντανό όνειρο που είχε δει. Ήταν σχεδόν 11 χρονών, όταν είδε αυτό το όνειρο. Τότε ζούσε με τους γονείς του στη Φλώρινα. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός και η ζωή τους αναγκαστικά νομαδική. Ίσως γι' αυτό να ένιωθε ότι δεν ανήκε πουθενά Θυμόταν ότι ήταν χειμώνας, λίγο πριν τα Χριστούγεννα και είχε αποκοιμηθεί κουκουλωμένος με το ζεστό του πάπλωμα κοιτάζοντας από το παράθυρο το χιόνι που έπεφτε πυκνό. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, βρισκόταν ξαπλωμένος σε ένα καταπράσινο ξέφωτο σπαρμένο με αγριολούλουδα. Σηκώθηκε όρθιος και κοιτάζοντας γύρω του, ανέπνευσε το γλυκό ανοιξιάτικο αεράκι. Ήταν τόσο αληθινό! Μπροστά του απλωνόταν ένα σκιερό δασάκι που το διαπερνούσε ένα ξεχασμένο, χορταριασμένο μονοπάτι. Είχε αποφασίσει να το ακολουθήσει, ώσπου πρόσεξε μία κίνηση στα φυλλώματα της πλούσιας βλάστησης που τον περιτριγύριζε. Οπλισμένος μ' αυτό το παράξενο θάρρος που έχουμε συνήθως στα όνειρα, πλησίασε περισσότερο. Τότε, εντελώς απρόσμενα, ένα μελαχρινό κορίτσι κοντά στη δική του ηλικία ξεπρόβαλε χαμογελαστό και απλώνοντας το ντελικάτο χέρι του έβγαλε από τα εβένινα μαλλιά που κυμάτιζαν στους ώμους του ένα κατακόκκινο λουλούδι και του το πρόσφερε. «Να με θυμάσαι...», ψέλλισε. Το επόμενο πράγμα που θυμόταν, ήταν ότι άνοιξε τα μάτια του και βρισκόταν στην ασφάλεια του δωματίου του με το χιόνι να πέφτει ακόμη. Η μόνη διαφορά ήταν ότι στο αριστερό του χέρι αναπαυόταν ένα κατακόκκινο, ολόδροσο λουλούδι. Και ήταν το ίδιο λουλούδι που αναπαυόταν τώρα νεκρό στο χέρι του μετά από τόσα χρόνια. Από τότε τα όνειρά του ήταν λίγα και άχρωμα... Στεγνά, όσο και αυτό το λείψανο του παρελθόντος που είχε ξεχάσει.

 

Το μόνο που ήθελα ήταν μια φυσιολογική ζωή...Τίποτα περισσότερο...

 

Ο Μενέλαος σηκώθηκε τρεκλίζοντας από την πολυθρόνα και άδραξε με δάχτυλα που έτρεμαν, το μπουκάλι με το ουίσκι. Αυτό τον βοηθούσε να διατηρεί την ψυχική του ισορροπία τόσα χρόνια, αυτό θα τον βοηθούσε και τώρα. Ή έτσι νόμιζε. Δεν τον πολυένοιαζε. Το μόνο που ήθελε ήταν να απαλλαγεί από τον βαθύ τρόμο που του έκαιγε τα σωθικά, τον τρόμο της συνειδητοποίησης ότι αν όντως υπήρχαν περισσότεροι του ενός κόσμοι, τότε αυτός σίγουρα τους είχε επισκεφθεί. Διαφορετικά θα έπρεπε να αποδεχτεί ότι ήταν τρελός και ότι η κατάστασή του μάλιστα επιδεινωνόταν. Σε ποιον θα μπορούσε να μιλήσει γι' αυτές του τις εμπειρίες; Και γιατί ένιωθε ότι η Ελένη έπαιζε κάποιο σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή την ιστορία; Αφού κατέβασε στο λαρύγγι του που είχε ξεραθεί από το σοκ, αρκετό αλκοόλ, ώστε να ανακτήσει λίγο από τον κατακερματισμένο αυτοέλεγχό του, αποφάσισε ότι έπρεπε να τη δει και να της μιλήσει. Δεν είχε ιδέα τι θα της έλεγε, αλλά κάτι μέσα του έλεγε ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Θα πήγαινε στο μπαράκι και θα αντιμετώπιζε κατάματα όποιο πεπρωμένο ξανοιγόταν μπροστά του. Θα έπαιρνε τη ζωή του στα χέρια του και θα ακολουθούσε τον μυστηριώδη μίτο των τελευταίων γεγονότων ως το τέλος του λαβυρίνθου. Ή θα έβγαινε νικητής ή θα έχανε τα πάντα, κι αυτό ήταν ένα ρίσκο που ήταν πρόθυμος να πάρει, μια και πέρα από τον εαυτό του που ακροβατούσε μεταξύ τρέλας και λογικής, δεν είχε τίποτα να χάσει.

 

Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει να χάσει τίποτα...

Άρπαξε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς την πόρτα. Την έκλεισε με θόρυβο πίσω του και κατέβηκε βιαστικά τη σκάλα. Πίσω στο σκοτεινό διαμέρισμά του, πάνω στο γραφείο του και δίπλα σ' ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι, κειτόταν ένα παράξενο καφετί λείψανο που κάποτε ήταν ένα κατακόκκινο, ολόδροσο λουλούδι...