GreekEnglish (United Kingdom)

Menu

Follow us on

 





I.C. - Όνειρο μέσα σε όνειρο
Article Index
I.C.
Αγγίζοντας την άλλη πλευρά
Ένα πρωινό
Ένα παράξενο λουλούδι
Interna Corporis
Όνειρο μέσα σε όνειρο
All Pages

Όνειρο μέσα σε όνειρο

 

Ο Μενέλαος τσαλάκωσε αφηρημένος το χαρτί της επιστολής που έκρυβε ο δεύτερος φάκελος του συγγραφέα. «Είναι δύσκολο να συγκεντρώσεις τις σκέψεις σου, όταν οι σκέψεις σου δεν σου ανήκουν εξ’ ολοκλήρου», σκέφτηκε.

 

Το μυαλό του γύρισε πέντε χρόνια πίσω. Εκείνη τη νύχτα που έλυσε τον γρίφο και κατέκτησε το δικαίωμα της αυθυπαρξίας. Πόσο σπουδαίο του φάνηκε τότε. Δεν θα ήταν ποτέ ξανά ένας χάρτινος ήρωας, υπαρκτός μόνον στο μυαλό και αναλόγως της έμπνευσης ενός συγγραφέα. Θα αποκτούσε μια πραγματική ζωή. Μια φυσιολογική ζωή, όπως πάντα επιθυμούσε.

 

Δεν ξαναείδε την Ελένη από τότε. Εκείνη δεν είχε την ίδια ευκαιρία. Έμεινε εγκλωβισμένη στις σελίδες του βιβλίου του παράξενου συγγραφέα Τότε του φάνηκε οδυνηρή, αλλά αναγκαία θυσία μπροστά στο μεγάλο όφελος. Τα χρόνια που πέρασαν, όμως, του έδειξαν πόσο λάθος έκανε. Η πραγματική ζωή δεν ήταν αυτό που είχε ονειρευτεί. Συνηθισμένος στον φανταστικό κόσμο, όπου κάποιος άλλος φρόντιζε για όλες τις υποθέσεις, βρέθηκε απροετοίμαστος και υπερβολικά αθώος για να αντιμετωπίσει τη ζούγκλα της πραγματικότητας. Συνέχισε να μεταφράζει λατινικά κείμενα, τώρα όμως για καθαρά βιοποριστικούς σκοπούς, ενώ για την προσωπική του ευχαρίστηση συνέθετε ποιητικές συλλογές και διηγήματα, τα οποία ποτέ δεν επεχείρησε να εκδώσει.

 

Ζούσε εντελώς απομονωμένος, κλεισμένος τις περισσότερες ώρες στο νέο του διαμέρισμα και ξαναβρήκε συντροφιά και παρηγοριά στο αλκοόλ, το μόνο σύμμαχό του στην αγωνιώδη του προσπάθεια να την ξεχάσει. O Γιάννης τον επισκέπτονταν πότε – πότε και έκαναν μαζί πολύ βαθιές φιλοσοφικές και φιλολογικές συζητήσεις. Ήταν ψαγμένο άτομο και αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τον Μενέλαο. Μόλις εχθές το βράδυ συζήτησαν διεξοδικά το ζήτημα που τον απασχολούσε πάντα. Τη φύση της πραγματικότητας.

«Και ποιος μας διαβεβαιώνει ότι εμείς είμαστε πραγματικά εμείς και όχι το όνειρο κάποιου άλλου», τον ρώτησε, «αλλά και ποιος μας δεσμεύει να είμαστε εδώ και όχι κάπου αλλού;» Σαν βέλος που βρίσκει ακριβώς τον στόχο ήρθε η απάντηση του Γιάννη: «Ο Ίταλο Καλβίνο γράφει στις “Αόρατες Πόλεις” ότιΤο αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει.” Κι εσύ φίλε μου, μου φαίνεται ότι έχεις μοχθήσει και πονέσει αρκετά, αλλά οπωσδήποτε μάταια, σαν γενναίος και αφελής τυχοδιώκτης, για να κατακτήσεις το “πολύ” που λαχταρούσες πάντα. Δεν είναι καιρός να αρκεστείς στο λίγο πού είναι δικό σου;» Τον κοίταξε με θλιμμένο βλέμμα: «Ίσως έχεις δίκιο Γιάννη. Ίσως δεν είμαι τίποτα περισσότερο από έναν αφελή ιδαλγό που ξιφουλκεί ενάντια σε σκιές και φαντάσματα. Ωστόσο έτσι ήμουν πάντα. Έτσι… δημιουργήθηκα. Τώρα το νοιώθω πως μεγαλώνω, και όλα μου τα όνειρα σβήνουν σαν ηχώ, στη φθοροποιό λαίλαπα του χρόνου. Αλλά όσο οι ρόδες των ανεμόμυλων εξακολουθούν να γυρίζουν, νομίζω ότι θα παραμένω ένας δονκιχωτικός κυνηγός τους.»

Σκέφτονταν τη χθεσινή τους συζήτηση και ξαφνικά από το ονειροπόλημα τον έβγαλε μια ξαφνική βροντή. Πλησίασε στο παράθυρο. Είχε ξεσπάσει μια βίαιη καταιγίδα λες και κάποιος συγγραφέας-δημιουργός έστηνε το κατάλληλο σκηνικό για ένα μυθιστόρημα μυστηρίου ή τρόμου. Ήταν πια παραμονή Πρωτοχρονιάς. Κοίταξε από το παράθυρο τα ολοφώτιστα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Οι άνθρωποι και οι ματαιοδοξίες τους! Γιορτάζουν την πρωτοχρονιά σα μια νέα αρχή, πιστεύοντας πραγματικά ότι το νέο έτος θα ‘ναι πιο ευτυχισμένο από το προηγούμενο. Λες και ήρθε ποτέ έστω κι ένα έτος ευτυχέστερο από το προηγούμενο! Λες και κάθε χρόνος που περνάει, κάθε μέρα, κάθε στιγμή δεν μας φέρνει πιο κοντά στο τέλος! Ανόητοι άνθρωποι! Κίβδηλοι και γλοιώδεις τυφλοπόντικες…

 

Κοίταξε τον τσαλακωμένο φάκελο που είχε ξεμείνει στην παλάμη του. Ένα αχνό, πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Έβαλε ένα ουίσκι και πήρε από το γραφείο του το περίεργο βιβλίο που του είχε αλλάξει όλη τη ζωή. Κάθισε στον καναπέ μπροστά από το τζάκι. Άνοιξε τυχαία σε μια σελίδα και διάβασε:

 

«Επινοούσα κάθε τόσο έναν καινούργιο ήρωα και τον έριχνα σε μια περιπέτεια, συνήθως ψυχοφθόρα για εκείνον, δίχως κανέναν ενδοιασμό, χωρίς κανένα αίσθημα ενοχής. Εκείνη τη στιγμή, ήμουν ο θεός-δημιουργός, κι αυτός η μαριονέτα την οποία εγώ κατευθύνω κινώντας τα νήματα.

Και τώρα, όλα γύρισαν εναντίον μου ίσως γιατί εκτός από τον θεό δημιουργό, τον μοχθηρό εξουσιαστή του γνωστού κόσμου, υπάρχει και κάποιος ανώτερος, στην εξουσία του οποίου υπάγεται και ο δημιουργός. Και ίσως και πάνω από εκείνον υπάρχει ένας άλλος πιο μεγάλος που κινεί τα δικά του νήματα, και πάει λέγοντας ώσπου η λαμπρότητα του θείου να σβήσει στη συμπαντική ή εξωσυμπαντική απόσταση.»

Ξανακοίταξε την επιστολή του συγγραφέα και διάβασε τις τελευταίες φράσεις του: Ένα τέλος δίχως τέλος, καθώς πάντα θα είναι για όλους εμάς μια I.C.

 

«Τώρα λοιπόν θα πρέπει εγώ με τη σειρά μου να αποφασίσω ποια θα είναι η κατάληξη αυτής της ιστορίας. Σαν παντοδύναμος θεός-δημιουργός ή σαν πανίσχυρος τύραννος που εξουσιάζει τις ζωές των άλλων, ελέγχοντας την με την ιδέα του θεού-δημιουργού.» Χαμογέλασε πικρά καθώς θυμήθηκε τη φράση του Σταντάλ: “Η πιο χρήσιμη ιδέα για τους τυράννους είναι η ιδέα του Θεού.

 

Κοίταξε το ρολόι. Ήταν ακριβώς μεσάνυχτα. Σήκωσε το σημειωματάριο του από το τραπεζάκι και πήρε στο χέρι μια πένα.

 

*

* *

 

Ο Οδυσσέας κοίταξε πάνω στο γραφείο του. Στο σημείο που ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο του, στο οποίο είχε καταγράψει την παρανοϊκή ιστορία του Μενέλαου. Το βιβλίο που όταν το έγραφε θεωρούσε αριστούργημα, το υπέρτατο δημιούργημα της ζωής του, κι όμως σε τόσα βάσανα τον είχε ρίξει. Κι όπως το έβλεπε από τον καναπέ, του φαίνονταν διαφορετικό. Πιο ογκώδες τώρα, πιο χοντρό το εξώφυλλο. Στην πραγματικότητα έμοιαζε με κάποιο δερματόδετο μεσαιωνικό βιβλίο! «Θα πρόκειται περί οφθαλμαπάτης» μονολόγησε, «το τρεμόπαιγμα της φλόγας και το αλκοόλ, αλλάζουν την εικόνα». Ήταν σίγουρος πια για την ψευδαίσθηση, μα τότε γιατί, άραγε σηκώθηκε, ανήσυχος και πλησίασε με το ποτήρι στο χέρι, το γραφείο του; Το βιβλίο που βρίσκονταν εκεί δεν ήταν το δικό του, σίγουρα όχι! Κοίταξε με αγωνία τον τίτλο. “Περί Αληθείας του Θεού και των Κόσμων”!

 

«Δεν είναι δυνατόν…αυτό το βιβλίο δεν υπάρχει…Δεν υπήρξε ποτέ. Είναι μια δική μου επινόηση και θα έπρεπε να βρίσκεται στο γραφείο κάποιου άλλου.» Χαμογέλασε αμήχανα. «Πώς συμπλέκεται ανεξέλεγκτα η πραγματικότητα με τη φαντασία», σκέφτηκε. Και ύστερα ανατρίχιασε. «Κι αν εγώ είμαι η φαντασία του Μενέλαου;» αναρωτήθηκε. Θυμήθηκε τότε το όνειρο του Τσουάνγκ Τσου, που είχε διαβάσει έφηβος ακόμη και τον είχε συγκλονίσει:

“…Ο φιλόσοφος Τσουάνγκ Τσου ονειρεύτηκε ότι ήταν μία πεταλούδα, και όταν ξύπνησε είπε ότι δεν ήξερε αν ήταν ο Τσουάνγκ Τσου που είχε ονειρευτεί πως ήταν πεταλούδα, ή αν ήταν μία πεταλούδα που τώρα ονειρευόταν πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου…”

 

Ο Οδυσσέας αναλογίστηκε τη σχετικότητα των πραγμάτων. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει την πραγματικότητα από τη φαντασία, τη μεγαλοφυΐα από την τρέλα, τη ζωή από το θάνατο. Ποιοι είμαστε εμείς για να αποφανθούμε ποιο είναι αλήθεια και ποιο ψευδαίσθηση; Στην πραγματικότητα, είμαστε βυθισμένοι στη σαμσάρα του κόσμου αυτού και καμωνόμαστε τους φιλοσόφους, τους ειδήμονες, τους επιστήμονες.

 

Υποκρινόμαστε πως κατέχουμε τα κλειδιά όχι μόνον της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και του άναρχου σύμπαντος κι έρχεται η ώρα που διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε στοιχειωδώς ούτε καν τις βαθύτερες σκέψεις και παρορμήσεις μας.

 

Βαδίζουμε, αλλά δεν παρατηρούμε. Κοιτάμε, αλλά δεν βλέπουμε. Ακούμε, όμως δεν καταλαβαίνουμε…Σκεφτόμαστε, κι η σκέψη μας δεν οδηγεί σε κανένα συμπέρασμα…

 

Συνηθίσαμε να αποδεχόμαστε την οδυνηρή ματαιότητα των πάντων, ωστόσο εξακολουθούμε να κονταροχτυπιόμαστε με τους ανεμόμυλους της ηρωικής μας ματαιοδοξίας.

 

Τι συμβαίνει τελικά; Είμαστε τόσο ηλίθιοι ή μήπως τραγικά ψεύτες; Άθλιοι συκοφάντες της Φύσης; Εξαπατητές του ίδιου μας του εαυτού;

 

Αποφάσισε τώρα ότι έπρεπε να αποδεχτεί την μόνη προφανή αλήθεια, ότι δεν γνωρίζει τίποτα. Την απλή αυτή αρχή που δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν είχε τόσο ευφυώς ανακοινώσει ο Σωκράτης. «Αποδέξου αυτή την αρχή» πρόσταξε τον εαυτό του «και σταμάτα πια να τυραννιέσαι. Τίποτα δεν έχει σημασία. Όλα αυτά είναι βαθιές φιλοσοφίες χωρίς καμιά αξία, χωρίς κανένα νόημα. Εκεί έξω είναι ο κόσμος. Αληθινός ή πλασματικός ποιος νοιάζεται; Όταν απολαμβάνεις τις ευωδιές του, γεύεσαι τους χυμούς του, τι σημασία έχει αν πρόκειται για όνειρο ή για όνειρο μέσα στο όνειρο;»

 

Από τον συλλογισμό του ήρθε τώρα να τον αποσπάσει ο ήχος του κουδουνιού της πόρτας. Γύρισε απότομα το κεφάλι του προς τα εκεί. Μήπως το φαντάστηκε; Όχι το κουδούνι ήχησε για δεύτερη φορά. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Σχεδόν τρομοκρατήθηκε. Μα ποιος θα μπορούσε να τον επισκεφτεί μες στα άγρια μεσάνυχτα; Αυτόν έναν μοναχικό άνθρωπο, που εδώ και πέντε χρόνια δεν είχε δεχτεί κανέναν στο σπίτι του;

 

«Κι αν είναι αυτός;» σκέφτηκε και τα γόνατά του έτρεμαν. Καλύτερα να μην άνοιγε. Να έκανε πως δεν είναι σπίτι. Να κρατούσε την ανάσα του για όσο χρόνο χρειάζονταν μέχρι ο άγνωστος της νύχτας να έφευγε. Ναι, αυτό ήταν η πιο ασφαλής λύση. Όμως το κουδούνι ξαναχτύπησε, και πάλι και πάλι, και ήταν προφανές ότι ο νυχτερινός επισκέπτης δε θα έφευγε, ίσως γιατί γνώριζε καλά, πως ο Οδυσσέας ήταν μέσα. Ήξερε πως είχε λόγους για να μην ανοίγει, αλλά βρίσκονταν εκεί, με το καταϊδρωμένο κορμί του κολλημένο πάνω στην πόρτα του διαμερίσματος. Με το αυτί του τεντωμένο για να ακούσει κάποιον ήχο από έξω. Με το μάτι του βυθισμένο στο ματάκι της πόρτας προσπαθώντας να δει ποιος είναι. Δεν έβλεπε κανέναν. Ο “αόρατος άνθρωπος” εκεί έξω επέμενε.. Ήξερε πως ο Οδυσσέας ήταν σπίτι γιατί θα μπορούσε τώρα καθαρά να ακούσει, μέσα στη νυχτερινή ησυχία της πολυκατοικίας, τον οργιώδη χτύπο της καρδιάς του που δονούσε τη χοντρή πόρτα ασφαλείας του διαμερίσματος.

 

«Μα φυσικά! Τι βλάκας που είμαι. Ο χτύπος της καρδιάς μου θα πρέπει να ακούγεται πιο δυνατά κι απ’ αυτό το γαμημένο κουδούνι, που χτυπά νυχτιάτικα ένας “αόρατος άνθρωπος”», συλλογίστηκε ο Οδυσσέας. Κι έπειτα σιχτίρισε την ηλίθια δειλία του. Δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό του. Λες και δεν ήταν ο ίδιος που ζήτησε από τον Μενέλαο να του δώσει ένα αξιοπρεπές τέλος. Πριν λίγο καιρό δε θα λογάριαζε τίποτα. Θα άνοιγε με αποφασιστικότητα την πόρτα έστω κι αν την χτυπούσε κάποιος δαίμονας ακριβώς τη στιγμή που το μεγάλο ρολόι του τοίχου θα σήμαινε μεσάνυχτα. Και τώρα…

 

«Ασφαλώς, όλη αυτή η ιστορία έχει κλονίσει τα νεύρα μου…Και τώρα προσπαθώ να κερδίσω λίγο χρόνο παραπάνω από κάτι που είναι όμως αναπόδραστο. Χρόνος δεν υπάρχει παρά μονάχα γι’ αποφάσεις τολμηρές

Το κουδούνι ακούστηκε άλλη μια φορά και με μια απότομη κίνηση κατέβασε το χερούλι της πόρτας και την άνοιξε διάπλατα…

 

Η θέα που του αποκαλύφτηκε τον άφησε άναυδο. Δεν ήταν αυτός που φαντάστηκε. Ο δαιμονισμένος Μενέλαος με κάποια κοντόκανη στο χέρι να περιμένει τη μοιραία κίνησή του. Αντί γι’ αυτόν μια αιθέρια ύπαρξη στέκονταν τώρα στην πόρτα. Μια μελαχρινή νεαρή κοπέλα, με μάτια πράσινα σαν τον ωκεανό, μεγάλα σαν τον ωκεανό. Στέκονταν μπροστά του και τον κοίταζε κατευθείαν μέσα στα μάτια, τόσο έντονα, τόσο επίμονα που ένοιωσε να λιώνει μέσα του όλο το τείχος της απομόνωσης που με τόσο κόπο είχε χτίσει όλα αυτά τα χρόνια.

 

Η φωνή του βγήκε αδύναμη και τραυλή:

 

- Παρακαλώ;

- Ο κ. Οδυσσέας; Ο κ. Οδυσσέας Κ;

- Ο ίδιος. Ποια είστε;

- Νόμιζα πως γνωρίζετε ποια είμαι, καλύτερα από μένα, αλλά φαίνεται ότι δεν είστε παρά άλλος ένας κούφιος άνθρωπος που υποκρίνεται τον σπουδαίο συγγραφέα

- Δεν καταλαβαίνω δεσποινίς, αντέδρασε κάπως απότομα στην προσβολή και η φλόγα στο κορμί και στην ψυχή του ατόνησε για λίγο.

- Μπορώ τουλάχιστον να περάσω μέσα; ρώτησε η άγνωστη γυναίκα.

- Περάστε, είπε διστακτικά, αλλά πιο καθησυχασμένος τώρα ο συγγραφέας.

 

Μπήκε μέσα σιωπηλά. Κατευθύνθηκε με άνεση προς το αναμμένο τζάκι και κάθισε στον καναπέ χωρίς να περιμένει –όπως επιβάλουν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς – την παρότρυνση του οικοδεσπότη.

 

Η φλόγα στο κορμί του Οδυσσέα άρχισε να φουντώνει ξανά. Την ακολούθησε. Έριξε ένα μεγάλο κούτσουρο στην ετοιμοθάνατη φωτιά, που αμέσως ανταποκρίθηκε με μια δυνατή, ζωηρή φλόγα και κάθισε δίπλα της, αρκετά κοντά της, με μια τόλμη που κάποτε θα τον φόβιζε.

 

- Λοιπόν; ψέλλισε ο Οδυσσέας.

- Λοιπόν, ήρθα να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας.

- Γνωριζόμαστε;

- Εσείς με γνωρίζετε πολύ καλά. Τουλάχιστον έτσι νομίζετε και διακηρύσσετε.

- Εξηγηθείτε, παρακαλώ, είπε, επιτηδευμένα θυμωμένος ο Οδυσσέας. Δεν σας έχω δει ποτέ ξανά στη ζωή μου.

- Στη ζωή σας ίσως. Αλλά στη φαντασία σας; Είστε σίγουρος πως δεν με έχετε ξαναδεί ποτέ;

 

Την κοίταξε έντονα. Η πυρκαγιά μέσα του φούντωνε και τώρα ήταν σίγουρος πως δεν επρόκειτο μόνο για πόθο αυτό που φλέγονταν μέσα του.

 

Τα μαλλιά της, μαύρα σαν το σκοτάδι της ψυχής του, σαν θανάσιμη αμαρτία, έπεφταν άναρχα πάνω στους ώμους της, σχηματίζοντας ακανόνιστες μπούκλες που τύλιγαν τον λαιμό της. Το στήθος της ρόδινο, σφιχτό και νεανικό, χωρίς να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, ξεχείλιζε όμως, από το στενό μπούστο της μπλούζας της και προκαλούσε μια ιδιαίτερη αναστάτωση στον Οδυσσέα, που είχε πολλά χρόνια να βρεθεί επικίνδυνα κοντά σε μια τόσο θελκτική γυναίκα.

 

Κάθονταν στον καναπέ σταυροπόδι, και η φούστα είχε σηκωθεί αρκετά ψηλά αποκαλύπτοντας τον τέλειο μηρό της, εντούτοις όλα αυτά τα κάλυπτε μια παιδική αθωότητα που προκαλούσε στον Οδυσσέα ακόμα μεγαλύτερη διέγερση. Ασυναίσθητα σχεδόν έφερε το σώμα του κοντύτερα στην άγνωστη και το μυαλό του δούλευε τώρα στις πιο ψηλές στροφές.

 

- Είσαι Εκείνη, είπε τελικά, εγκαταλείποντας τον ανόητο πληθυντικό.

- Εκείνη;

- Εκείνη ναι. Εκείνη που με οδήγησε να γράψω όλη αυτή τη αλλόκοτη ιστορία. Εκείνη που με έκανε να συλλογιστώ, όλη την ιστορία της σχετικότητας…

- Ναι;…

- Εκείνη που με οδήγησε σ’ αυτόν τον λαβύρινθο της τρέλας.

- Ω! Ώστε είστε δυσαρεστημένος μαζί μου;

- Να χαρείς, μίλα μου στον ενικό!

- Ώστε είσαι δυσαρεστημένος μαζί μου;

- Δυσαρεστημένος; Α, όχι δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο.

- Τότε να υποθέσω, ότι βρίσκεις γοητευτική την τρέλα;

- Μάλλον αναπόφευκτη…Και το χέρι του κινήθηκε προς τη μέση της.

Εκείνη τραβήχτηκε προς την άκρη του καναπέ. Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο υπόσχεση, και συνάμα διάψευση. Ο Οδυσσέας σα να άκουσε τα τύμπανα να ηχούν από μακριά.

 

- Είσαι μόνον ένας αχρείος υπάλληλος, του πέταξε.

- Υπάλληλος;

- Ένας δημόσιος υπάλληλος, ταγμένος στην υπηρεσία της κοινωνίας, βουτηγμένος όμως στη διαφθορά και την παρακμή.

- Και γιατί αυτό;

- Αρνείσαι ότι οι δημιουργίες σου απευθύνονται στη κοινωνία;

- Πώς όχι; Αλλά τι μ’ αυτό;

- Έγραψες ποτέ ένα βιβλίο μόνο για σένα;

- Ε…, φυσικά. Όλοι οι συγγραφείς γράφουν κάποια πράγματα για τον εαυτό τους.

- Φαντάζομαι ότι δεν τόλμησες ποτέ να το εκδόσεις.

- Η αλήθεια είναι πως…Όχι. Και λοιπόν;

- Σ’ αρέσει μόνο, να εκθέτεις τις αδυναμίες των άλλων, έτσι: Τους δίνεις ψεύτικα ονόματα, ψεύτικα πρόσωπα, ψεύτικες ζωές, και ύστερα τους παραδίνεις βορά στην αδηφάγο όρεξη του χυδαίου κοινού…

 

Την κοίταξε, έκπληκτος. Τα λόγια της βρήκαν ακριβώς στόχο. Ήταν κάτι που ένιωθε εδώ και καιρό, ως ένα αίσθημα έλλειψης, αλλά δεν μπορούσε να εκφράσει με λόγια. Προσπάθησε ν’ ανακτήσει την ψυχραιμία του. Ο πόθος για άλλη μια φορά υποχωρούσε…

 

- Μα πως μπορείς να τα λες όλ’ αυτά; Δεν είσαι παρά μια φαντασίωση. Ένας επινοημένος από τον συγγραφέα χαρακτήρας. Μια χάρτινη ηρωίδα ενός λίγο σαλεμένου μυαλού. Ζεις μόνο, για όσο διαρκεί η συγγραφή αυτού του βιβλίου.

- Εδώ είναι το λάθος σου, συγγραφέα. Ζω, όσο διαρκεί η ανάγνωση αυτού του βιβλίου. Κι εσύ, με τη…σαλεμένη τέχνη σου, φρόντισες η ανάγνωση αυτού του βιβλίου, να μη τελειώνει ποτέ…Εγώ γεννήθηκα από σένα. Πήρα σάρκα από τη σάρκα σου και πνοή από τα όνειρά σου. Μόνο που εγώ θα ζω για πάντα, κακόμοιρε συγγραφέα μου. Εσύ θα πεθάνεις, θα γίνεις τίποτα κι εγώ θα υπάρχω ακόμη, ίσως αιώνια, κι αν εσύ δεν ξεχαστείς, θα το χρωστάς μόνο σ’ εμένα!

- Πολύ μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου…

- Είναι η ιδέα που εσύ μου έδωσες. Αλήθεια περίμενες ποτέ το δημιούργημα, να ξεπεράσει τον δημιουργό του;

 

Ο Οδυσσέας ένιωθε τώρα μεγάλο εκνευρισμό. Τόση ώρα γυρόφερνε στην παλάμη του το άδειο ποτήρι. Η επίδραση του αλκοόλ είχε περάσει. Ήταν ώρα να το ξαναγεμίσει.

 

- Θα πιεις κάτι;

- Ό,τι πίνεις, του είπε μ’ ένα προκλητικό βλέμμα.

 

Γέμισε το ποτήρι του με ουίσκι κι έβαλε ακόμη ένα. Της το πρόσφερε. Τα δάχτυλα της -ακούσια άραγε;- χάιδεψαν τα δικά του. Έφερε το ποτήρι στα χείλη και τον κοίταξε μ’ εκείνο το γεμάτο υπόσχεση και λαγνεία βλέμμα των γυναικών που προκαλεί την έκκριση της τεστοστερόνης των αρσενικών.

 

- Δεν μπορεί να συμβαίνουν όλα τούτα στ’ αλήθεια, είπε ο Οδυσσέας.

- Ποια είναι η αλήθεια, είπε εκείνη.

- Η αλήθεια; Δεν ξέρω, ομολόγησε ο Οδυσσέας επιχειρώντας αργά να καταπιεί μια μεγάλη γουλιά απ’ το ποτό του.

- Ώστε λοιπόν δεν διάβασες το βιβλίο του Μενέλαου;

 

Κόντεψε να πνιγεί. Μεγάλη ποσότητα ουίσκι τινάχτηκε από το στόμα του και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του.

 

- …Τι είπες;

- Είπα για το βιβλίο του Μενέλαου, χαμογέλασε ειρωνικά εκείνη…

- Κι όμως ξέρεις καλά…το βλέπεις…είναι δικό μου βιβλίο!

- Μόλις πριν λίγο αναρωτήθηκες πώς βρέθηκε πάνω στο γραφείο σου…

- Γιατί πριν πέντε χρόνια του το έστειλα με μια αφιέρωση…

- Ή μήπως συνέβη το αντίθετο; είπε εκείνη…

 

Ήπιε με ανεξέλεγκτη δίψα, ανέκτησε την ψυχραιμία του και την κοίταξε με τον πόθο να σπινθηρίζει ξανά στο βλέμμα του.

 

- Δεν ξέρω αν είσαι αλήθεια ή ψευδαίσθηση, είπε. Δεν ξέρω αν είσαι αληθινή ή αποκύημα της διαταραγμένης μου φαντασίας, αλλά σε θέλω, τώρα, πάνω σ’ αυτόν τον καναπέ…

- Έτσι οι σπουδαίοι συγγραφείς καταλήγουν ανέμπνευστοι, είπε εκείνη... Πηδάνε τη φαντασία τους!

Την κοίταζε τώρα σα βλάκας. Η χάρτινη ηρωίδα του, τον είχε βάλει στη θέση του. Ξαφνικά, κατάλαβε… Εκείνος την είχε στείλει. Ν’ ανάψει τον πόθο του και μετά να τον απαξιώσει. Να τον μεταχειριστεί σα σκουπίδι. Σαν ένα χάρτινο ήρωα, όπως είχε κι εκείνος κάνει μαζί τους. Η εκδίκηση του Μενέλαου δεν ήταν αυτό που ένας άνθρωπος θα φανταζόταν. Δεν περιείχε φυσική βία, αίμα, φόνο. Ήταν μια πνευματική δολοφονία, αλλά τόσο αριστοτεχνικά σχεδιασμένη, ώστε θα τη ζήλευε ακόμη και ο Ρέημοντ Τσάντλερ.

 

Ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά καθώς θυμήθηκε τον δεύτερο φάκελο. Είχαν περάσει ακριβώς πέντε χρόνια από εκείνη τη νύχτα που “γενναιόδωρα” δήθεν είχε προσφέρει στον Μενέλαο την “ελευθερία” του. Στην πραγματικότητα τον εξέθεσε στον απόλυτο τρόμο. Έπλασε έναν ψεύτικο ήρωα, στη συνέχεια με δόλο του αποκάλυψε τον τρόπο να γίνει πραγματικός έτσι ώστε ο ίδιος να καρπωθεί την αθανασία του. Τώρα ο Μενέλαος θα γερνούσε, θα υπέφερε, θα έβρισκε «ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ», ενώ εκείνος θα υπήρχε παντοτινά στην ασφάλεια ενός αναλλοίωτου από τον χρόνο μυθιστορήματος. Ο ίδιος ο δημιουργός παγίδεψε το δημιούργημά του, βοηθώντας το να βρει την Πύλη που περνώντας την θα τον έκανε από χάρτινο ήρωα, πραγματικό άνθρωπο με σάρκα και οστά και ταυτόχρονα θα αφθαρτοποιούσε τον συγγραφέα. Ο Μενέλαος ήταν για εκείνον ότι ήταν για τον Ντόριαν Γκρέι ο πίνακας με το πορτραίτο του. Ανατρίχιασε όταν θυμήθηκε το τραγικό τέλος του Ντόριαν…

 

Πόσο υποκριτικά ζητούσε από τον Μενέλαο να του χαρίσει ένα αξιοπρεπές τέλος, γνωρίζοντας ωστόσο καλά ό,τι κανένας θάνατος δεν είναι πραγματικός και οριστικός στις σελίδες ενός βιβλίου, αφού ο ήρωας ξαναζεί από την αρχή, σαν να μη πέθανε ποτέ, σε κάθε καινούργια ανάγνωση.

Είχε καταστρώσει τέλεια το σχέδιο του. Έτσι τουλάχιστον πίστευε. Χρόνια ολόκληρα μελετούσε για την επιτυχία του παρανοϊκού του σκοπού. Η Ελένη είχε ζήσει εκεί έξω. Ώσπου τον ικέτευε κάθε βράδυ στα όνειρά του να τη φέρει πίσω. Τίποτα δεν θα την έπειθε να ξαναγυρίσει εκεί έξω. Στον τρόμο και το σκοτάδι της πραγματικότητας. Τίποτε απολύτως. Ούτε ο ισχυρότερος έρωτας για τον Μενέλαο. Και ο φουκαράς ο Μενέλαος… Ποτέ δεν θα κατάφερνε μόνος του να γυρίσει πίσω και να τον απειλήσει. Όλα ήταν τέλεια. Κι όμως… Ήταν προφανές ότι έκανε λάθος στις εκτιμήσεις του. Αυτή η κοπέλα που στέκονταν μπροστά του ήταν η ζωντανή(;) απόδειξη ότι ο Μενέλαος βρήκε τον τρόπο όχι μόνο να ξαναβρεί την Ελένη, αλλά και να ξαναέρθει σε επαφή μαζί του, χωρίς ο ίδιος ο Οδυσσέας να το θελήσει…Ή μήπως το θέλησε. Κι αν όχι γιατί ζούσε εδώ και πέντε χρόνια τόσο απομονωμένος; Τόσο δυστυχισμένος; Γιατί είχε ανάγκη ένα μπουκάλι ουίσκι την ημέρα για να παύει να σκέφτεται το κακό που έκανε σ’ αυτά τα δυο παιδιά. Γιατί ακόμη και παραδομένος στην αναισθητική μέθη του αλκοόλ, και στις αγκαλιές των διαφόρων γυναικών της μιας βραδιάς, δεν μπορούσε να γλιτώσει από τις ερινύες; Γιατί κάθε φορά που άκουγε βήματα έξω από το διαμέρισμά του έτρεμε μήπως εκείνος τον είχε ανακαλύψει; Που στο διάολο ήταν η ευτυχία που τόσο αλαζονικά είχε τάξει στον εαυτό του;

Καλύτερα να πηγαίνω…είναι αργά, ψιθύρισε η Ελένη, λες και διάβαζε τις σκέψεις του.

- Ναι…μάλλον…

Κι όμως, τον κοίταζε ακόμη μ’ ένα τόσο περίεργο βλέμμα… Δεν ήταν μίσος, εκδίκηση, περιφρόνηση, αυτό που διάβαζε στα μεγάλα, πράσινα μάτια της. Ήταν κατανόηση, αλληλεγγύη, και -κυρίως- υπόσχεση. Αυτή η γυναίκα ήταν δική του. Ήταν δικιά του κόρη και θα μπορούσε να γίνει και δική του ερωμένη. Αυτός ήταν ο δημιουργός της. Αυτός θα ήταν και ο εξουσιαστής της.

 

- Ωστόσο…, επεχείρησε ν’ αλλάξει τα δεδομένα ο Οδυσσέας.

- Ωστόσο τι;

- Δεν μου εξήγησες ακόμη πώς τα καταφέρατε.

Εκείνη έβαλε τα γέλια.

- Γιατί γελάς, λοιπόν;

- Το σχέδιο σου, συγγραφέα, ήταν πράγματι μεγαλοφυές. Ένα βήμα πριν την τελειότητα.

- Ένα βήμα πριν; Τι δεν πρόβλεψα σωστά;

- Σκέφτηκες τα πάντα εκτός από ένα. Υπάρχει κάτι που μπορεί να νικήσει τον χρόνο.

- Και ποιο είναι αυτό;

- Η αγάπη. Η αγάπη μπορεί να νικήσει τον χρόνο…

 

Δεν συγκρατήθηκε άλλο. Με το χέρι του αγκάλιασε τους ώμους της. Ένοιωσε το ρίγος της και μια φωτιά που έκαιγε κάτω από το δέρμα της, φλογίζοντας τα ακροδάχτυλά του.

Τα χείλη της ήταν κατακόκκινα, πυρακτωμένα, κι έπρεπε να τα γευτεί. Μα καθώς έσκυψε πάνω της, εκείνη με μια βίαιη κίνηση τον έσπρωξε μακριά.

 

- Συγγνώμη…πρέπει να φύγω τώρα, είπε.

 

Κι έτσι ξαφνικά σηκώθηκε από τον καναπέ, αποσπάστηκε από τη μαγική θαλπωρή του τζακιού και ακούμπησε απαλά το ποτήρι με το γλυκό δωδεκάρι ουίσκι στο τραπεζάκι του σαλονιού. Τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που θα μπορούσε να έλεγε: «Μη με ενοχλήσεις ποτέ ξανά», αλλά εξίσου θα μπορούσε να ικέτευε: «μη μ’ αφήνεις να φύγω· πάρε με τώρα. Κάνε με δική σου…Κάνε με αληθινή…Κάνε με αθάνατη.»

 

Το μεγάλο ρολόι του τοίχου έδειχνε 12:15. Η ώρα των ανθρώπων τρέχει συνήθως με ρυθμούς πανικόβλητους, απάνθρωπους…Τώρα έμοιαζε να σέρνεται, παγιδευμένη στο απύθμενο κενό του χωροχρόνου που ο ίδιος είχε κάποτε, με τόση αφροσύνη, δημιουργήσει.

 

Η Ελένη βάδισε αργά προς την πόρτα. Εκείνος γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. Σωριάστηκε στον καναπέ απέναντι στο τζάκι και πήρε στο χέρι το ποτήρι με το υπόλοιπο ουίσκι. Το άδειασε με μια τελευταία, άπληστη γουλιά, προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά μέσα του. Ύστερα το βλέμμα του καρφώθηκε στις φλόγες. Νόμισε ότι κάποιο μυστικό μήνυμα ήθελαν να του μεταφέρουν, αλλά δεν μπορούσε να το αποκωδικοποιήσει.

 

Συγκεντρώθηκε περισσότερο. Απόλυτα. Κι εν τέλει μια μεγάλη έκρηξη πλημμύρισε το νου του με φως. «Ποια είναι η αλήθεια;» Ο κώδικας έσπασε. «Όσο διαρκεί η ανάγνωση…Οι φλόγες στο τζάκι, η αλήθεια. Η αγάπη. Amor omnia, Γερτρούδη. “Η αγάπη τα πάντα”, τώρα ξέρω, τώρα βλέπω, ο κώδικας…το τέλος»…..………………..…………………………………….

 

*

* *

 

Καθώς στέκονταν από πίσω του, τα χέρια της χάιδευαν τον λαιμό του μ’ έναν τόσο τρυφερό και συνάμα αισθησιακό τρόπο. Άρπαξε το μπράτσο της και την τράβηξε με δύναμη στην αγκαλιά του. Τη φίλησε παράφορα κι εκείνη δεν αντιστάθηκε καθόλου. «Πόσο λαχταρούσα αυτή τη στιγμή όλο αυτόν τον καιρό» σκέφτηκε κι ένοιωσε εντελώς ηλίθιος που ξόδεψε πέντε ολόκληρα χρόνια προτιμώντας το κυνήγι μιας υποκειμενικής πραγματικότητας, η οποία δεν θα μπορούσε να αποτελεί παρά μόνο -στην καλύτερη περίπτωση- μια εκδοχή της αλήθειας, και μάλιστα την πιο πεζή και ανούσια, αντί να χαίρεται αδιάκοπα την ηδονή αυτής της θείας προσφοράς.

- Λοιπόν, τι έγινε μ’ εκείνον; ρώτησε με ένα ειρωνικό χαμόγελο.

- Δεν πρόκειται να μας ενοχλήσει ξανά, αγάπη μου. Ποτέ! Είμαστε ελεύθεροι…

 

Αυτό που τους συνέδεε πλέον, το καταλάβαινε πολύ καλά ο Μενέλαος., αν και δεν μπορούσε με λόγια να το εκφράσει, ήταν πολύ περισσότερο από ένα πεζό σαρκικό πάθος. Και η ερωτική τους ένωση θα αποτελούσε τώρα απλώς την εξωτερίκευση ενός έρωτα βαθύτερου, μυστικιστικού, αρχέγονου.

 

Οι σκέψεις αυτές του προξένησαν ένα δυσάρεστο συναίσθημα, τέτοιο που δεν θα έπρεπε να έχει καμιά θέση αυτή τη στιγμή στην ψυχή του. Ένα σφίξιμο στο στομάχι, ρίγος και μια υποψία εφίδρωσης τον κυρίευαν και ο Μενέλαος γνώριζε πολύ καλά αυτό το συναίσθημα…Φόβος! «Μα τι στο διάολο» σκέφτηκε, «από πού κι ως πού; Είναι τόσο παράλογο…»

 

Η Ελένη συνέχιζε να εξερευνά το σώμα του και είχε αυτή τώρα την πρωτοβουλία καθώς εκείνος ήταν αρκετά απασχολημένος με την αντιμετώπιση του ξαφνικού του κολλήματος. «Ευτυχώς», είπε μέσα του, «δεν φαίνεται να έχει επίπτωση στις φυσικές μου λειτουργίες» ωστόσο γνώριζε πώς αυτή την ένωση έπρεπε, ήθελε, όσο καμιά άλλη να τη ζήσει με την πλήρη παρουσία του. Με όλες του τις αισθήσεις. Να δοθεί ολόκληρος, σώματι και πνεύματι, και όσο ο ανεξήγητος φόβος τον κυρίευε δεν θα μπορούσε να αποσπάσει το μυαλό του απ’ αυτόν.

Χάιδευε μάλλον αφηρημένα την εξαίσια γυμνή της πλάτη και οι φλόγες στο τζάκι τρεμόπαιζαν. Το ίδιο ερεθιστικές, το ίδιο αρχέγονες όσο και ο έρωτάς του για αυτή την παράξενη κοπέλα που γεύονταν άπληστα κάθε σημείο του γυμνού του σώματος. Και ξαφνικά κατάλαβε.

 

Η γυμνή σάρκα, η φωτιά, ο Έρωτας, ο Φόβος. Όλα σ’ ένα πολύχρωμο σύμπλεγμα στο βάθος των αιώνων. Όλα γύριζαν τώρα σαν ένας φωτεινός δίσκος με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Η Ελένη είχε ανέβει πάνω του και ένιωσε να βυθίζεται μέσα της σε μια διείσδυση τόσο απολαυστική που παραλίγο να τον αποσπάσει από τον παράδοξο διαλογισμό του.

 

Εκείνη κινούνταν όλο και πιο βίαια πάνω του και ο δίσκος γυρνούσε όλο και πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα έτσι που τα χρώματα πάνω του συγχέονταν το ένα με το άλλο και σε λίγο δεν έβλεπε παρά μόνον το απόλυτο λευκό, και τον έπιασε ένας ίλιγγος τόσο γλυκός και ηδονικός που ευχήθηκε μέσα του να μη τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή.

 

Τα βογκητά της μόλις έφταναν στ’ αυτιά του γιατί τον πλημμύριζαν εξωτικές μουσικές από μουντά μουσικά όργανα. Τα μάτια του θα πρέπει να ήταν κλειστά όμως χιλιάδες εικόνες περνούσαν μπροστά απ’ το λευκό φόντο του δίσκου, κρατούσαν για κλάσματα του δευτερολέπτου σαν κινηματογραφικά καρέ, κι όμως προλάβαινε όλες να τις εντυπώσει και να τις αναλύσει. Έτρεμε από σαρκική ηδονή και συνάμα από αυτόν τον παράξενο, λυτρωτικό φόβο και καταλάβαινε ότι τα πιο σκοτεινά κομμάτια του εαυτού του, τώρα έρχονταν στην επιφάνεια. Με απίστευτη ορμή εκτινάσσονταν από τα μύχια του μυαλού του και τον καταλάμβαναν ολοκληρωτικά, Omnis una manet nox, ένοιωθε να αλλάζει, να μεταμορφώνεται από τα μέσα προς τα έξω, και ίσως τώρα και η όψη του να είναι πολύ διαφορετική, απίστευτα τρομακτική σαν αρχαίου δαίμονα ή ίσως και μοναδικά όμορφη, αγγελική και άνοιξε τα μάτια του για λίγο, να μπορέσει να δει το πρόσωπο της , γιατί, σκέφτηκε, κι αυτή ίσως να έχει αλλάξει τώρα, “όλα είναι στο μυαλό”, το πρόσωπό της ήταν κόκκινο και φωτεινό, όπως οι φλόγες στο τζάκι, αλλά δεν είχε καμιά συγκεκριμένη μορφή, γιατί το σχήμα και τα χαρακτηριστικά του άλλαζαν διαρκώς και πότε έμοιαζε με πανέμορφο ξωτικό, πότε με σατανική δαιμόνισσα, πότε μωρό και πότε γριά, πότε ένοιωθε την ιδρωμένη σάρκα της και πότε αυτή εξαϋλώνονταν κι έμοιαζε να κάνει έρωτα μ’ ένα αερικό ή μια πνοή ανέμου ή με το ίδιο το θείο Πνεύμα.

 

Γιατί έτσι την έβλεπε τώρα σαν την αρχαία θεά, την στοργική Μητέρα, την αθώα Αδελφή, την ακόρεστη Ερωμένη. Και αυτή με κάθε μια ιδιότητα χωριστά και με όλες ενωμένες μαζί, του πρόσφερε εκεί στον καναπέ, μπροστά στο τζάκι, την πραγματική ένωση με το θείο, το πολύτιμο ελιξίριο της αθανασίας, για το οποίο τόσος ιδρώτας και αίμα χύθηκε στην ιστορία της ανθρωπότητας.

 

Και φαντάστηκε τότε τον εαυτό του σαν τον αρχαίο ιερέα κάποιας παγανιστικής θρησκείας, που επικοινωνεί με την άφατη ουσία του θεού. Σαν πανύψηλο Φαύνο που αποθεώνει τον ορμέμφυτο Διόνυσο. «Πρόκειται για τελετή» σκέφτηκε «και αυτή είναι η ώρα της θυσίας.»

 

Θυμήθηκε την βραδιά που πρωτοείδε την Ελένη, τα γεγονότα που ακολούθησαν. Συνειδητοποίησε τώρα πως με κάποιον τρόπο είχε την πρώτη του επαφή με αυτό που θα ακολουθούσε. Το κενό του χωροχρόνου που είχε βιώσει, ήταν η πρώτη γεύση του περάσματός του σε μιαν άλλη διάσταση. Και το πέρασμα αυτό συντελούνταν τώρα, μέσω αυτής της οργιαστικής τελετής, μέσω της ένωσής του με τη Φωτιά, τον Έρωτα και τον Φόβο. Και αυτή η κοπέλα ήταν μέρος της θείας ουσίας, στην οποία κι ο ίδιος συμμετείχε και σε λίγο θα ρευστοποιούνταν πλήρως μέσα της.

 

Και φώτισε τότε η Αλήθεια τον συσκοτισμένο ως τα τώρα νου του. Ό,τι γνώριζε, ό,τι νόμιζε αληθινό ως σήμερα, έδειχνε πια τόσο άδειο, τόσο μάταιο, «αν η αλήθεια σου δεν είναι η δική μου, ποιανού είναι;», όλες οι φιλοσοφίες που είχε συλλέξει δεν ήταν παρά ένα ψέμα, μια σαμσάρα, ένα πέπλο που κάλυπτε την πραγματικότητα, παραπλανούσε τον παρατηρητή και έκρυβε την Αλήθεια.

 

«Πραγματικά αυτή εδώ η στιγμή», σκέφτηκε, «είναι η έξοδος από τη Λήθη. Είναι η μεγάλη θυσία της προσωπικότητας στην ένωσή της με τη συμπαντική Αλήθεια.» Άφησε τον εαυτό του να επιπλεύσει στον ενιαίο χωροχρόνο. Και ταξίδεψε πίσω:

 

- Άργησες

- Δεν ήξερα αν πρέπει να έρθω

- Φοβήθηκες;

- Πολύ!

- Αυτό θα πει ότι θυμήθηκες.

- Βρήκα ένα λουλούδι. Μου το είχε δώσει…

- Πριν πολλά χρόνια

- Πριν αιώνες ίσως!

- Πριν αιώνες, ναι…

- Πώς βρήκες το τηλέφωνό μου;

- Σου το είπα. Η Καίτη μου το έδωσε…

Τον κοίταζε ίσια στα μάτια. Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα. «Είναι όμορφη σαν όνειρο», σκέφτηκε.

- Τι σκέφτεσαι;

- Είσαι όμορφη σαν όνειρο…

- Αλλά με φοβάσαι.

- Γιατί μου τηλεφώνησες;

- Δεν ξέρω! Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς…

- Είναι όλα τόσο παράξενα. Ήλπιζα ότι θα με βοηθούσες…

- Γιατί με ξέχασες;

-

- Όμως σου είχα πει να με θυμάσαι!

 

Έφτανε η ώρα της κορύφωσης και για τους δυο, το ένοιωθε από τους σπασμούς της Ελένης κι από τη δική του πλημμυρίδα ηδονής που λίγωνε το στόμα του, «τώρα θυμάμαι…το λουλούδι, το ρολόι, το κλειδί, η μορφή της, το όνειρο», το σκοτάδι μέσα του φούντωνε, «ήρθε η ώρα της μεγάλης πράξης» σκέφτηκε, «η οριστική λύτρωση από το Ψεύδος». Το χέρι του απλώθηκε προς το τραπεζάκι δίπλα του. «Τελικά, δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που πραγματικά είσαι…» Τα δάχτυλά του ψηλάφισαν την κρύα λάμα του κυνηγετικού μαχαιριού. «Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος είναι αυτός που δεν έχει να χάσει τίποτα…»

Αναρίγησε. Με αποφασιστικότητα έσφιξε τη λαβή και σήκωσε το χέρι του.

 

Η Ελένη είχε χώσει τα νύχια της στον λαιμό του και κραύγαζε τον οργασμό της. Μια απέραντη θάλασσα από χυμούς ανέβαινε από τα τρίσβαθα του αιώνιου μυστηρίου της και ο Μενέλαος άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί σε μια συγκλονιστική ερωτική έκρηξη που μεταστοιχείωσε όλο του το είναι. «Το μόνο που ήθελα ήταν μια φυσιολογική ζωή…Τίποτα περισσότερο…»

Με την απόλυτη ψυχρότητά της, ακριβώς την κατάλληλη στιγμή, η χαλύβδινη λάμα έλαμψε στην τρεμάμενη πυρά του τζακιού και το αίμα ξεπήδησε βαθυκόκκινο, ολοκληρώνοντας ή καθαγιάζοντας την Τελετή με την υπέρτατη θυσία του.

 

Όλα σκοτείνιασαν…………………………………………...

 

*

* *

 

Ο Οδυσσέας πετάχτηκε έντρομος και καταϊδρωμένος από τον καναπέ του σαλονιού του. Αλαφιασμένος κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να συνέλθει. Ήταν μόνος του, ως συνήθως στο σαλόνι, μπροστά από το τζάκι, του οποίου η φλόγα τρεμόσβηνε τώρα λόγω της έλλειψης καύσιμης ύλης. Ένα ποτήρι ήταν πεσμένο στο χαλί μπροστά στον καναπέ, και λίγο παραπέρα στο τραπεζάκι, πεσμένο κι αυτό, το άδειο μπουκάλι από το ουίσκι, άρχισε να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.

 

«Θεέ μου» ψιθύρισε… «τι εφιάλτης ήταν αυτός;» Τόσο έντονος και διαυγής που θα ορκίζονταν ότι όλα αυτά τα έζησε πραγματικά. Βυθίστηκε πάλι στον καναπέ προσπαθώντας να συνέλθει και να σκεφτεί λογικά. «Το αλκοόλ έκανε πάλι τη δουλειά του» μονολόγησε χαμογελώντας πικρά. Ανασηκώθηκε λίγο και τεντώνοντας το χέρι του έπιασε ένα χοντρό κομμάτι ξύλο και το έριξε στη φωτιά, η οποία σύντομα αναζωπυρώθηκε.

 

Αναλογιζότανε τώρα, όλα όσα είχε δει στον εφιάλτη του. Ίσως η Αλήθεια είναι πραγματικά τόσο επικίνδυνη…και τόσο ηδονική. Ίσως πραγματικά η βίωσή της να απαιτεί την υπέρτατη θυσία. Όμως ο θάνατος… ο θάνατος είναι πάντα τρομερός. Πάντα οριστικός. Και τόσο άδικος για να μπορέσει να τον αποδεχτεί ο ανθρώπινος νους. Ο αιμοβόρος θεός-δημιουργός προίκισε μόνο τον άνθρωπο με συνείδηση. Είναι –ίσως – το μοναδικό ον που μπορεί και συνειδητοποιεί την προσωρινότητα της ύπαρξής του. Το φρικτό και άτροπο τέλος του. Κι όμως τόσο άσπλαχνα του κληροδότησε συνάμα, τη φοβερή νόσο του θανάτου, θαρρείς και ήθελε να τον βλέπει “ανδρείκελο στης μοίρας τα δυο τυφλά χέρια” να υποφέρει και να πονά Και τοποθέτησε φύλακα-Κέρβερο, τον χρόνο, τον χειρότερο εχθρό του ανθρώπινου γένους, για να σαρώνει με την συντριπτική του αδιαφορία, κάθε δημιουργία του, κάθε ελπίδα του, κάθε του προσπάθεια να υπερβεί τη θνητή του φύση. Τα έργα των ανθρώπων είναι μάταια και εφήμερα, καταδικασμένα να καταβροχθιστούν από τον φοβερό Χρόνο-Κρόνο, όπως καταβρόχθιζε εκείνος ο πανάρχαιος τα παιδιά του.

 

Όλα λοιπόν μάταια; Όλα χωρίς νόημα; Η ζωή χωρίς νόημα; Όμως όπως δίδαξε κι ο Νίτσε “Νόημα στη ζωή είναι η απάντηση του γιατί“. Κι ο Οδυσσέας αγωνίστηκε για ν’ απαντήσει σ’ αυτό το γιατί. Έκανε τόσα σχέδια για να αποδράσει από τα νύχια του πεπρωμένου. Ωστόσο ποιος κατάφερε να νικήσει τον χρόνο-θάνατο; Ποιος κατατρόπωσε τη φθορά και την ανυπαρξία; Ο Φάουστ συνετρίβη κάτω από το αμείλικτο βάρος της αναγκαιότητας. Και ο Ντόριαν Γκρέι επίσης. Και τόσοι άλλοι ομοίως. Κι έμενε μόνο μια θολή φιγούρα στα βάθη της (μυθ-)ιστορίας, κάποιος σοφός ραβίνος, από τη Ναζαρέτ, που τάχα “θανάτω θάνατον πατήσας” και λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από την τραγική συνέπεια του προπατορικού αμαρτήματος, μόνο που η λύτρωση αυτή έρχεται αποκλειστικά και υποχρεωτικά μετά τον θάνατο! Ποιος αλήθεια με χαρά θα αφήσει αυτή την τόσο γλυκιά – παρά τα βάσανα – ζωή, για να κυνηγήσει μια χίμαιρα, μια αόριστη υπόσχεση μεταθανάτιας ζωής; Μεταθανάτια ζωή! Ειρωνική αντίφαση…Το ζήτημα είναι να διασφαλίσεις την διαιώνιση αυτής της ζωής. Και εκείνος βρήκε τον τρόπο. Έτσι νόμισε. Και για καιρό αντιμετώπιζε αλαζονικά τις φράσεις του Τζων Μπαρθ: Τι νόημα έχει κι αν ζήσει κανείς εφτά χρονάκια μόνο ή εβδομήντα; Τα χρόνια του ανθρώπου δεν είναι παρά ένα βλεφάρισμα μες στην αιωνιότητα, κι όπως και να τα ‘χει ξοδέψει ψοφάει όπως το κουνούπι μόλις τελειώσει η μέρα, και τ’ άστρα συνεχίζουνε αδιάφορα τον δρόμο τους. Εκείνος θα ζούσε όχι εφτά, όχι εβδομήντα, όχι εφτακόσια χρόνια, αλλά για πάντα. Θα διαρκούσε στην αιωνιότητα, αδιάφορος κι αυτός συνταξιδιώτης των αδιάφορων άστρων.

Ποια θέση λοιπόν είχε στη σκέψη του η “υπέρτατη θυσία”; Μια ανοησία που φέρνει από το παράθυρο τον θάνατο που με τόσο κόπο έδιωξε από την πόρτα;

 

Έδιωξε γρήγορα, φοβισμένος, αυτή τη σκέψη.

 

Ένοιωθε εξαντλημένος. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν 12:30 μετά τα μεσάνυχτα. «Περίεργο» σκέφτηκε. «Θα ορκιζόμουν πως κοιμάμαι ώρες!» Ξανακοίταξε το ρολόι, τρίβοντας τα μάτια του.

 

«Άλλο ένα χρονικό κενό στην ιστορία», ειρωνεύτηκε τον εαυτό του.

 

Σηκώθηκε αργά και τοποθέτησε το προφυλακτικό κάλυμμα του τζακιού. Έπρεπε να πέσει για ύπνο.

 

Ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι και ένα ρίγος, και σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του έκαναν θριαμβευτικά την εμφάνισή τους. Στεκόταν εκεί άναυδος κοιτώντας το τσαλακωμένο χαρτί δίπλα από το τραπεζάκι του καναπέ. Έσκυψε διστακτικά και το σήκωσε. Το ξετύλιξε με χέρια που έτρεμαν:

 

Η Interna Corporis έλαβε τέλος. Ένα τέλος δίχως τέλος, καθώς πάντα θα είναι για όλους εμάς μια I.C.”

 

Γύρισε το κεφάλι προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Ήταν μισάνοιχτη κι ένα απαλό γαλάζιο φως έβγαινε από το εσωτερικό. «Το πορτατίφ είναι αναμμένο» είπε σαν για να ενημερώσει τον εαυτό του.

 

Με αργές κινήσεις κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο. Δεν ήθελε να μπει. Πίεσε τον εαυτό του. Έσπρωξε την πόρτα και μισάνοιξε τα μάτια του. Το κρεβάτι του ήταν λουσμένο στο μπλε φως από το πορτατίφ του. Το σεντόνι ήταν μισοτραβηγμένο και σκέπαζε ένα γυναικείο, νεανικό κορμί μέχρι τη μέση.

 

Γύρισε στο σαλόνι. Άνοιξε το παράθυρο. Ο κρύος άνεμος του Δεκέμβρη μαστίγωσε τα μάγουλά του. Το πυκνό σκοτάδι διέκοπταν τα πολύχρωμα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια που αναβόσβηναν ρυθμικά στα γειτονικά μπαλκόνια. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, «non omnis moriar», σκέφτηκε και ρίχτηκε στο κενό. Η σκοτεινή νύχτα τον αγκάλιασε με τη θανατηφόρα στοργή της.

 

*

* *

 

Ήταν γυρισμένη προς τον τοίχο με την πλάτη της γυμνή και τα υπέροχα μαλλιά της έπεφταν ατημέλητα σε μπούκλες γύρω από τον λαιμό και στους ώμους της. Ο Μενέλαος έτρεμε σύγκορμος. Αυτή η γυμνή πλάτη ήταν η ίδια που χάιδευε ηδονικά πριν λίγο στον ανείπωτα τρομακτικό και ηδονικό εφιάλτη του. Δεν είχε καμιά αμφιβολία. «Ποια φρικτή μοίρα μας κυβερνάει; Ποιος καταραμένος, διεστραμμένος νους κινεί τα νήματα και καθορίζει τις πράξεις μας;»

 

Τα μάτια του ήταν υγρά, η καρδιά του χτυπούσε στον ρυθμό του πανικού. Με όσο κουράγιο μπόρεσε να μαζέψει πλησίασε στο κρεβάτι κι έσκυψε από πάνω της. Την έπιασε από το μπράτσο. Ήταν δροσερή και υπέροχη· όπως στο όνειρο. Τη γύρισε προς το μέρος του. Τα τεράστια και πράσινα σαν τον ωκεανό μάτια της, ορθάνοιχτα καρφώθηκαν στα δικά του, τόσο πύρινα, ερωτικά και φοβισμένα.

 

Στον λαιμό της σχεδόν από το ένα αυτί ως το άλλο έχασκε μια απαίσια, κατακόκκινη τομή. Κάπου-κάπου ένας πίδακας αίματος εκτοξεύονταν κι έβαφε πορφυρά τα σεντόνια.