GreekEnglish (United Kingdom)

Menu

Follow us on

 





Wolkenkuckucksheim - Κρυμμένη ζωή
Article Index
Wolkenkuckucksheim
Κρυμμένη ζωή
Μονόκερως
Πανωλεθρία
Περίπατος στο εκεί
Εξήγησις
All Pages

Καθισμένη, χωρίς να κοιμάται, με μόνο τη γαλάζια αναλαμπή και το σιγανό μουρμουρητό της τηλεόρασης να σπάει τη σιωπή μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, μπορούσε να ακούει ταυτόχρονα το εφησυχασμένο ροχαλητό του συζύγου της, που κείτονταν ανάσκελα στο πλάι, και την απαλή ανάσα του μωρού, που γαληνεμένο πια κοιμόταν, στην άλλη άκρη του δωματίου, μέσα στην κούνια του. Τον τελευταίο καιρό είχε άσχημο ύπνο. Αισθανόταν πως δεν μπορούσε να ξεπεράσει την ταραχή της από την πρόσφατη αρρώστια του μωρού και, πολύ συχνά, πεταγόταν ακόμη ανήσυχη μέσα στη νύχτα. Τα πάντα όμως, όπως κι απόψε, ήταν ήσυχα γύρω της.

Τον τελευταίο καιρό έπιανε το νου της να πετάει σε σκέψεις περίεργες, σε σκέψεις που επέμεναν να ανακυκλώνουν περιστατικά της ζωής της και την υποχρέωναν σε απολογισμούς. Μα τι της συνέβαινε; Τώρα, που είχε πετύχει να φέρει τη ζωή της σε ιδανική κατάσταση, παντρεμένη με έναν άντρα που αγαπούσε, με ένα μωρό υγιές που μπορούσε να αναθρέψει με όλη της την αγάπη κι έχοντας κατορθώσει να διατηρήσει τη δουλειά της, τώρα ακριβώς ήταν που ένιωθε τόσο πιεσμένη κι ανήσυχη, χαμένη μέσα σε έναν στρόβιλο γεγονότων που στερούνταν – τρόμαζε και μόνο στην ιδέα – που στερούνταν νοήματος. Κι έψαχνε να βρει τι ακόμη αναζητούσε…

Απόψε σηκώθηκε από το κρεβάτι και, αφού έριξε μια ματιά στο μωρό – τι γλυκά που κοιμόταν! – γλίστρησε έξω από το δωμάτιο παίρνοντας τη ρόμπα της από την καρέκλα. Οι σκιές στο διάδρομο μεγάλωσαν προς στιγμήν την ταραχή της, αλλά οι δυνατοί προβολείς ενός διερχόμενου αυτοκινήτου έστρεψαν τη ματιά της στη τζαμαρία του σαλονιού. Όλο το σπίτι ησύχαζε μες στη σιωπή. Ήταν φθινόπωρο, μέσα Οκτωβρίου, κι έξω, μέχρι τα όρια του μικρού περιφραγμένου κήπου τους όπου μπορούσε να δει, τα κλαδιά των δένδρων χόρευαν στο ρυθμό του ανέμου.

Βυθίστηκε σε μία πολυθρόνα, μαζεύοντας τα πόδια όσο πιο ψηλά μπορούσε, χωρίς να ανάψει το φως του μικρού λαμπατέρ που έγερνε πάνω από το έπιπλο στ’ αριστερά της. Προτιμούσε καλύτερα αυτή την ώρα το φυσικό ημίφως της νύχτας. Έβρισκε πως αυτό ταίριαζε περισσότερο με τις σκέψεις της, με την επίσης υποφωτισμένη διάθεσή της, που έμοιαζε με ένα μικρό φωτεινό κύκλο μέσα σε μία μεγάλη μαυρίλα. Ξαφνικά σήκωσε το βλέμμα. «Ένα μικρό φως, μέσα σε σκοτεινό δωμάτιο» είπε κι ευθύς ανατρίχιασε με τα λόγια της αυτά. Ωραία, τώρα θα γινόταν και ποιήτρια. Μια ανεξήγητα μελαγχολική ποιήτρια μέσα στην ερημιά της νύχτας.

Κι όμως, υπήρξε μία περίοδος, όταν ήταν ακόμη νεαρή κι ανύπαντρη, που είχε αγαπήσει τους στίχους. Ήταν μία εποχή που βρέθηκε κοντά στους στίχους και κοντά στους ανθρώπους που τους έγραφαν και τους τραγουδούσαν. Σ’ αυτό είχε βοηθήσει βέβαια και η δουλειά της – η δημοσιογραφία – και το ότι, εκείνον τον καιρό, είχε επιλέξει ένα μουσικό περιοδικό για να την εξασκήσει. Ήταν μία ξεχωριστή εποχή, που ανέτρεψε πολλά πράγματα στη ζωή της – τόσο ξεχωριστή μάλιστα, που έπειτα, τα χρόνια που ακολούθησαν, είχε προσπαθήσει να την απωθήσει και να την ξεχάσει για πάντα…

Χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε με τη φίλη της, την Αλίκη, σήμερα το απόγευμα. Η Αλίκη ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερή της, στα τριάντα πέντε, αλλά συζητούσαν μαζί σαν να ήταν συνομήλικες, και το γεγονός ότι είχε παντρευτεί πολύ νωρίτερα, με δύο γιους στην εφηβεία, την έκανε να νιώθει σαν μαθητευόμενη απέναντί της. «Ώστε υπήρξες λοιπόν η Αλίκη των θαυμάτων!» της είχε πει γελώντας, με εκείνη τη λοξή ματιά που πολλοί άντρες έβρισκαν ακαταμάχητη στο παρελθόν. Κάθονταν στο σαλόνι, εκείνη στη θέση που βρισκόταν τώρα – ξεφυλλίζοντας ένα περιοδικό μόδας, όπου τα μοντέλα πόζαραν μπροστά από εξωτικά τοπία – και μασουλώντας φρυγανιές από ένα κοινό πιατάκι είχαν θυμηθεί όλες τις καλοκαιρινές διακοπές τους, όλα τα μέρη και τα νησιά που είχαν παραθερίσει, όταν ήταν ακόμη νέες, πάνω στην τρέλα. «Ναι, ναι, των θαυμάτων» είπε η φίλη της, ανταποκρινόμενη στο αστείο. «Και τώρα;» είχε ρωτήσει, αλλά, με το που ξεστόμισε αυτά τα λόγια, ένιωσε μια περίεργη αίσθηση να την καταλαμβάνει και νόμισε πως φάνηκε αυτό στα μάτια και στο πρόσωπό της. Ήθελε να έβλεπε τον εαυτό της εκείνη τη στιγμή – α, να είχε έναν καθρέπτη απέναντί της, όπου θα μπορούσε να κοιταχθεί – να έβλεπε την στιγμιαία θλίψη και απορία της. «Και τώρα;… Και τώρα, των ακαμάτων» απάντησε η Αλίκη και ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

 

Αναρωτιόταν αν η φίλη της είχε καταλάβει τη διάθεσή της. Μήπως φευγαλέα την είχε αισθανθεί να χρωματίζει με πιο μελαγχολικές αποχρώσεις τις συναντήσεις τους. Φυσικά, όποτε βρίσκονταν, δεν συζητούσαν καθόλου γι’ αυτά, τίποτα δυσάρεστο δεν άφηναν να τους απασχολεί στην κοινή τους ώρα, προτιμούσαν να ξεχνούν τις σκοτούρες τους και να διασκεδάζουν ανάλαφρα. Άλλωστε πόσες ευκαιρίες είχαν για κάτι τέτοιο; Σκεφτόταν πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να ζαλίσει την Αλίκη με τις δικές της δυσάρεστες σκέψεις, σίγουρα αρκετές θα είχε και η ίδια από μόνη της, και ας μην τις μοιραζόταν. Όμως ένιωθε ταυτόχρονα την ανάγκη κάπου να μιλήσει…

Κι από την άλλη, ο Αντώνης – ο σύζυγός της – παραπονιόταν συχνά πως κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό της, πως δεν επικοινωνούν πια το ίδιο καλά, όπως στο παρελθόν. Της έκανε παρατηρήσεις πως έμενε αφηρημένη, πως ξεχνούσε υποχρεώσεις που η ίδια, χωρίς να την πιέσει κανείς, είχε αναλάβει και πως την απασχολούσε περισσότερο η δουλειά και οι φίλες της παρά το παιδί τους. Κι εκείνη είχε θυμώσει μαζί του. Ήταν απαίσιο να την κατηγορεί έτσι και να εμπλέκει και το παιδί σε όλα αυτά. Μόνο η ίδια ήξερε πόσο το αγαπούσε το παιδί.

Όταν την έπιασαν οι πόνοι και κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα, μπήκε μόνη της στο αυτοκίνητο και οδήγησε με ψυχραιμία ως το νοσοκομείο. Ενώ ο Αντώνης έφτασε όταν όλα είχαν πια τελειώσει και μπήκε στην αναστατωμένη αίθουσα εγκυμοσύνης, μόνο για να την βρει με το μωράκι τους στην αγκαλιά. Ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της, καθώς αισθάνθηκε πως όλα ολοκληρώνονταν και έβρισκαν την εκπλήρωσή τους σε αυτό το μικρό ανθρωπάκι, με το ρόδινο ζαρωμένο δέρμα και τα λεπτούλικα άκρα, που έκλαιγε γλυκά στην αγκαλιά της, από τη μία ζεστή κοιλότητα στην άλλη.

Όπως είχε βρεθεί τώρα κι εκείνη, από τη ζεστασιά του κρεβατιού της σε αυτή την μαλακιά πολυθρόνα. Μα γιατί είχε σηκωθεί; Γιατί δεν κοιμόταν ήσυχη δίπλα στο σύζυγό της; Ξαφνικά ένιωσε τα βλέφαρά της να βαραίνουν και το λαιμό της απαλά να γέρνει. Αισθάνθηκε μια στιγμή να χάνεται απότομα μέσα στην άβυσσο του ύπνου κι έπειτα να τινάζεται πάλι επάνω. Το κρεμασμένο ρολόι στον τοίχο απέναντί της φωσφόριζε την ώρα: 12:00. Οι δείκτες του είχαν ενωθεί σε μία πρασινωπή γραμμή μέσα στο σκοτάδι.

 

Με αργές κινήσεις σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και κινήθηκε ζαλισμένα προς τον διάδρομο. Η προηγούμενη διαύγειά της την είχε εγκαταλείψει και τώρα ένιωθε έντονη την επιθυμία να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. «Περίεργο», σκέφτηκε, καθώς κατευθυνόταν προς το υπνοδωμάτιο, στηριζόμενη και με τα δυο της χέρια στους τοίχους εκατέρωθέν της, «περίεργο πώς η κούραση με κατέβαλλε τόσο γρήγορα και ξαφνικά». Στρίβοντας μέσα στο δωμάτιο, όμως, διακρίνοντας πάλι τη γαλάζια αναλαμπή της τηλεόρασης, κατάλαβε πως μία ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη την περίμενε.

 

Η ματιά της γύρισε, σαν από ένστικτο, στη μεριά που βρισκόταν το μωρό, αλλά το μόνο που αντίκρισε εκεί ήταν ο ψυχρός τοίχος. Το ‘‘παρκάκι’’ του μωρού έλειπε και δεν υπήρχε τίποτα στη θέση του – ο χώρος ήταν κενός. «Θεέ μου, πού πήγε το μωρό;» σκέφτηκε και έκανε να φωνάξει, αλλά ο λυγμός χάθηκε κάπου στο λαιμό της. Πήγε στο κρεβάτι, αναζήτησε τον Αντώνη ανάμεσα στα σκεπάσματα, αλλά έλειπε κι αυτός. Κι όμως, δεν είχε δει φως στο μπάνιο. Το κρεβάτι ήταν άδειο, ο σύζυγός της και το μωρό είχαν εξαφανισθεί – μα πώς μπορούσε! – έστριψε γύρω από τον εαυτό της αναστατωμένη, το δωμάτιο φαινόταν περισσότερο άδειο επίσης, σαν να κατοικούσε μόνη της μέσα σε αυτό. Έκανε να κινηθεί προς τον διάδρομο, να τους αναζητήσει, να φωνάξει, αλλά δεν τα κατάφερε. Της ήρθε ένας ξαφνικός ίλιγγος, κι έπειτα τίποτα. Μαύρο σκοτάδι ήταν το μόνο που θυμόταν.

«Μα, πού ταξιδεύεις σήμερα, Νεφέλη;»

 

Η φωνή της φάνηκε γνώριμη και, γυρίζοντας το κεφάλι, αντίκρισε το χαμογελαστό πρόσωπο της Αλίκης. Κρατούσε ένα μεγάλο ντοσιέ στα χέρια της.

 

«Αισθανόμουν πως έλειπες σε όλη τη διάρκεια του meeting… Μάλλον το κατάλαβε και το αφεντικό, είδες πως σε κοίταξε; Ευτυχώς που τα μπάλωσα…», είπε η Αλίκη και την άγγιξε απαλά στον ώμο. «Μα, για πες μου», συνέχισε, «συμβαίνει τίποτα στο σπίτι ή… σε έχει απορροφήσει τόσο εκείνη η συνέντευξη;».

Η Νεφέλη κοίταξε ζαλισμένη γύρω της. Η φίλη της είχε σταματήσει με ένα μικρό γελάκι, αλλά εκείνη δεν είχε την ίδια διάθεση. Τα χαρτιά της ήταν ακόμη σκορπισμένα πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τα μαζεύει. Το πρωινό meeting είχε τελειώσει κι όλοι οι συνάδελφοί της είχαν αποχωρήσει, εκτός από την Αλίκη που στεκόταν ακόμη δίπλα της και την κοιτούσε απορημένη, ενώ η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε περάσει έτσι ο χρόνος. «Πράγματι», σκέφτηκε, «ταξίδευα αλλού…»

 

Κι εκείνη η συνέντευξη… Η αλήθεια ήταν πως την είχε ξεχάσει εντελώς. Κι όμως, σε μιάμιση ώρα περίπου έπρεπε να βρίσκεται στην καφετέρια που είχαν συμφωνήσει. Εκεί θα συναντούσε έναν από εκείνους τους ανατολίτες γκουρού, έναν ακόμη λωτό που είχε φυτρώσει στον ολάνθιστο κήπο της σύγχρονης εποχής, γοητευτικός και ιδιαίτερα δημοφιλής. Στην αρχή, όταν ο αρχισυντάκτης του περιοδικού που τώρα εργαζόταν της είχε προτείνει αυτή τη συνέντευξη, δεν είχε βρει κανένα ενδιαφέρον σε αυτήν και την είχε σχεδόν αρνηθεί. Αργότερα, όμως, διαβάζοντας μία παλαιότερη ομιλία εκείνου του ‘‘δασκάλου’’ πρόσεξε μια φράση που την εντυπωσίασε τρομερά: «Πέρα από τη συνηθισμένη πραγματικότητα», έλεγε, «η ζωή υμών κέκρυπται… Και ποιος μπορεί να πει ότι ξεκλείδωσε τα μυστικά των Κόσμων;» Ιδιαίτερα αυτή η τελευταία ερώτηση – είχε πιάσει τον εαυτό της να την επαναλαμβάνει πολλές φορές. Έβρισκε πως, με κάποιον περίεργο τρόπο, αυτή η ερώτηση συνδεόταν με την ίδια, πως της έλεγε κάτι βαθύτερο που την αφορούσε προσωπικά, και μετά από το χθεσινό βράδυ, απ΄ όσα απίστευτα θυμόταν πως είχαν συμβεί – παρά το μήνυμα που της είχε αφήσει το πρωί ο Αντώνης στην κουζίνα – ειδικά μετά το χθεσινό βράδυ, αισθανόταν πως είχε σιγουρευτεί… Ναι, εκείνη η συνέντευξη… Ξαφνικά ένιωσε το ενδιαφέρον της να γίνεται πιο έντονο γι’ αυτήν…