GreekEnglish (United Kingdom)

Menu

Follow us on

 





Wolkenkuckucksheim - Πανωλεθρία
Article Index
Wolkenkuckucksheim
Κρυμμένη ζωή
Μονόκερως
Πανωλεθρία
Περίπατος στο εκεί
Εξήγησις
All Pages

Ένιωθε πάλι αυτή την οικεία αίσθηση ιλίγγου που τον τελευταίο καιρό επαναλαμβανόταν συχνά. Νόμιζε πως οι αισθήσεις της την εγκατέλειπαν, αλλά ταυτόχρονα ο νους της πετούσε μακριά. Κάπου που ενώ δεν είχε ξαναπάει ένιωθε πως είχε περάσει μία ολόκληρη ζωή. Παλλόμενα χρώματα πλημμύριζαν το «εκεί», θολές αναμνήσεις από κάτι αδιευκρίνιστο βομβάρδιζαν το μυαλό της. Μία σκοτεινή σιλουέτα την περίμενε, ένας άνδρας την καλούσε, κι εκείνη ήθελε όσο τίποτα να ενωθεί μαζί του. Σαν να περίμενε όλη της τη ζωή τη στιγμή εκείνη, καταλάβαινε πως ο χρόνος επιταχυνόταν, η κρίσιμη στιγμή πλησίαζε όλο και πιο γρήγορα, μία αγαλλίαση ξεχείλιζε την καρδιά και τη σκέψη της. Ένα μικρό μόνο τσίμπημα φόβου και ατολμίας ελλόχευαν στο βάθος, σαν κάτι να μην πήγαινε καλά, σαν κάτι να μην ήταν όπως έπρεπε. Ωστόσο η επιθυμία, η προσμονή για ολοκλήρωση επικρατούσαν και ένιωθε ότι δεν θα αργούσε να φτάσει στον προορισμό της.

Συνήλθε απότομα. Άνοιξε τα μάτια της.

Η σερβιτόρα του Μονόκερου, η Βέτα, την είχε αρπάξει από τους ώμους και της φώναζε. Όταν η Νεφέλη επανήλθε πλήρως, ο Candraja είχε εξαφανιστεί και ήταν μόνη στο μαγαζί. Πετάχτηκε όρθια, πανικοβλημένη, πριν πάρει βαθιές αναπνοές και ξαναβρεί την ψυχραιμία της. «Τι μου έκανε;» Η Βέτα την κοίταξε με τα ζεστά ειλικρινή της μάτια και της είπε: «Τελειώσατε τη συνέντευξη και έφυγε. Σε είδα να επεξεργάζεσαι τις σημειώσεις σου αλλά σύντομα κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά όταν μου φάνηκε ότι τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν κι εσύ έτρεμες». Η Νεφέλη δεν πίστευε στα αυτιά της. «Αποκλείεται, κάτι μου έκανε, δεν είδες καλά, κάτι μου έκανε σου λέω». Η Βέτα κάθισε μαλακά στο κάθισμα που καθόταν πριν ο Candraja. Έπιασε το χέρι της Νεφέλης και της είπε ήρεμα: «Νεφέλη, σε γνωρίζω αρκετό καιρό για να ξέρω ότι είσαι ένα ισορροπημένο άτομο. Από την αρχή της γνωριμίας μας, από τότε που πρωτοήρθες στον Μονόκερο, κατάλαβα ότι είσαι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, με ευαισθησίες, που χρειάζεται φροντίδα. Δεν θα σου έλεγα ποτέ ψέματα, δεν έχω λόγο να σου αποκρύψω την αλήθεια. Έχουμε περάσει πολλά μαζί. Εξάλλου τον τύπο τον συναντούσα για πρώτη φορά στη ζωή μου και ομολογώ ότι δεν τον συμπάθησα και πολύ». Η Νεφέλη έμοιαζε να μην την πιστεύει. Το βλέμμα της ήταν χαμένο, μάζεψε το χέρι της, άρπαξε βιαστικά τα πράγματά της κι έτρεξε έξω. Τοποθέτησε τις σημειώσεις της στο χαρτοφύλακα όταν ένιωσε την τελευταία σελίδα να έχει ποτίσει από κάτι υγρό. Την τράβηξε πάλι έξω. Ένιωσε να της κόβεται η αναπνοή, είχε ανάγκη οξυγόνου. Σε μία λευκή κόλλα χαρτί, με αίμα ήταν γραμμένο “Δέκτης”…

Κατευθύνθηκε στo περιοδικό, θα απομαγνητοφωνούσε τη συνέντευξη και θα έβγαζε επιτέλους κάποιο νόημα με τα ακατανόητα που της συνέβαιναν. Όταν έφτασε, είχε την αίσθηση πως οι συνάδελφοί της την κοιτούσαν περίεργα, η ατμόσφαιρα έμοιαζε ηλεκτρισμένη. Αδιαφόρησε. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου της και μηχανικά κινήθηκε προς το παράθυρο. Μα το γραφείο της δεν ήταν πια εκεί. Κάποιος του είχε αλλάξει θέση. Άναυδη κοντοστάθηκε, εκείνος ο ίλιγγος πάλι, κοίταξε γύρω το χώρο που για δέκα σχεδόν χρόνια αποτελούσε το προσωπικό της καταφύγιο. Δεν ήταν το γραφείο της. Δεν μπορούσε να είναι το γραφείο της, δεν αναγνώριζε τα αντικείμενα που βρίσκονταν εκεί μέσα. Αναρωτήθηκε μήπως έκανε λάθος, μήπως είχε μπει στο χώρο κάποιου συναδέλφου. Αποκλείεται, σκέφτηκε, γνώριζε τα γραφεία τους, δεν υπήρχε κανένα με τόσο αλλόκοτη διαρρύθμιση. Έμεινε ακίνητη εκλιπαρώντας τη λογική της για μία εξήγηση, λίγο πριν συνειδητοποιήσει ότι οι παράξενες στιγμές που χανόταν η λογική της έπαψαν πια να αποτελούν την εξαίρεση.

Το χτύπημα στην πόρτα την ταρακούνησε και η φωνή της Αλίκης ακούστηκε λυτρωτική. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και χείμαρρος ακούστηκαν τα λόγια της: «Αυτό δεν είναι το γραφείο μου Αλίκη». Η Αλίκη κοίταξε πάνω από τον ώμο της φίλης της και απόρησε. «Και ποιου είναι τότε;» Η Νεφέλη δεν χρειάστηκε να γυρίσει για να καταλάβει ότι ήταν στο γραφείο της και ότι όλα είχαν “επιστρέψει” στη θέση τους εκτός από τη λογική εξήγηση.

Κάθισαν στις καρέκλες, απορροφημένες και οι δύο από τις σκέψεις τους. Η Νεφέλη έμεινε για κάποια δευτερόλεπτα να παρατηρεί τις αχτίδες της δύσης που έμπαιναν λάθρα από τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα. Έπεφταν λοξά διαπερνώντας τις ταλαιπωρημένες περσίδες. Λαμπυρίσματα διακρίνονταν καθώς σκόνη και φως αναμιγνύονταν σένα θέαμα που ανέκαθεν συνάρπαζε τη Νεφέλη. Της θύμιζε έντονα τα παιδικά της χρόνια. Φθινόπωρο πήγαινε στην παραλία με τα αδέλφια της και παρατηρούσε τον ήλιο να διαπερνά διακριτικά τα γκριζωπά σύννεφα μετά τη βροχή. Νόμιζε τότε, μικρό παιδί, ότι η θάλασσα και ο ήλιος έπαιζαν, ενώνονταν με τις αχτίδες. Απεχθανόταν τη βροχή και τον χειμώνα, ποτέ δεν ονειροπολούσε κοιτάζοντας τα σύννεφα, τα θεωρούσε συνεργούς της βροχής, πράκτορες του σκοταδιού, προμηνύματα δεινών. Παρακολουθούσε τώρα τις αχτίδες της δύσης να αναμοχλεύουν τη σκόνη του δωματίου, να στροβιλίζονται σε μία πυρετώδη κίνηση σχηματίζοντας περίτεχνα μοτίβα. «Αλίκη», είπε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της, «ξέρεις, εμείς οι άνθρωποι θεωρούμε πως τα σύνορα μεταξύ φωτός και σκοταδιού είναι ξεκάθαρα, διακριτά, όπως συμβαίνει τώρα δα με τις ηλιαχτίδες που μπαίνουν από το παράθυρο». Βύθισε το δείκτη της σε μία αχτίδα, σχεδόν ανατρίχιασε όταν είδε τις τροχιές των μορίων της σκόνης να παλινδρομούν και να ανακατατάσσονται. «Κοίτα πόσο σαφές είναι πού ξεκινά το φως και πού το σκοτάδι! Αγγίζω τα σύνορα, επιλέγω μεριά».

Η Αλίκη έμοιαζε να μην καταλάβαινε, ωστόσο η Νεφέλη συνέχισε: «Ένας άγνωστος κόσμος, αόρατος, αυτό αποκαλύπτουν οι ηλιαχτίδες. Εισβάλλουν στο σκοτάδι από το κέντρο του ηλιακού μας συστήματος, από έτη φωτός μακρυά, για να μας βοηθήσουν να κρυφοκοιτάξουμε». Μισόκλεισε τα μάτια της και τράβηξε απότομα το δάκτυλό της. «Κοιτάζουμε αιφνίδια μέσα από τη χαραμάδα ένα σύμπαν που παράνομα έχει εισβάλει στο δικό μας το σκοτεινό, ένα σύμπαν από πέρα, από αλλού, από την αντίπερα όχθη. Πέρα από τη συνηθισμένη πραγματικότητα κρύβονται τα μυστικά της ζωής». Σηκώθηκε από το κάθισμά της, στάθηκε μπροστά από την Αλίκη και με την ανάποδη της παλάμης της χάιδεψε απαλά το μάγουλό της. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, Αλίκη, μου επιτρέπεις;» Η Αλίκη με εμφανή πια αμηχανία συγκατάνευσε και η Νεφέλη πήρε ανάσα. «Αναρωτήθηκες ποτέ πώς θα ήταν, αν μπορούσαμε να βλέπουμε και τα δύο σύμπαντα, και τις δύο πλευρές, ταυτόχρονα, αδιάκοπα; Να μην διαχωρίζονται, ορατό και αόρατο να είναι ένα, τα πέπλα να έπεφταν, αναρωτιέσαι πόσα θεάματα θα μας ήταν προσιτά, σε τι καταπληκτικούς κόσμους θα μεγαλώναμε τα παιδιά μας;»

Η Αλίκη δεν της απάντησε.

Το κλάμα του μωρού ήρθε σαν απάντηση στους συλλογισμούς της. «Το άκουσες αυτό;», ρώτησε απότομα με αγωνία η Νεφέλη. Αναρωτήθηκε για κλάσματα του δευτερολέπτου αν ήταν άλλη μία από τις παράξενες ενοράσεις της. Το μητρικό ένστικτό της όμως ήταν πιο δυνατό από κάθε λογική σκέψη. Κάθε μάνα θα αναγνώριζε το κλάμα του μωρού της και η Νεφέλη γνώριζε ότι το μωρό της ήταν κάπου μέσα στα γραφεία του περιοδικού και την αποζητούσε. Αλλόφρων, έτρεξε από δωμάτιο σε δωμάτιο αναζητώντας το. Οι συνάδελφοί της έμειναν έκπληκτοι από τη συμπεριφορά της, κάποιοι όμως φάνηκε να περίμεναν από καιρό την κατάρρευσή της. Κανείς δεν της απευθύνθηκε, κανείς δεν την εμπόδισε από το να μπει σε κάποιον χώρο, η ορμή της μάνας ήταν ασυγκράτητη, το βλέμμα της θανατηφόρο. Όποιος είχε πειράξει το παιδί της θα το πλήρωνε με τη ζωή του.

Μην αντέχοντας άλλο τον παραλογισμό που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια της, η Αλίκη αποφάσισε να παρέμβει. Με γρήγορες δρασκελιές έφτασε δίπλα της και με τη βία την έσπρωξε στην αποθήκη. Έκλεισε την πόρτα πίσω της.

- Τι σου συμβαίνει Νεφέλη μου;, ρώτησε προσπαθώντας άτεχνα να κρατήσει την ψυχραιμία της.

- Δεν είμαι τρελή, μουρμούρισε η Νεφέλη.

- Κανείς δεν σε είπε τρελή γλυκιά μου. Γιατί κάνεις τη ζωή σου δύσκολη; Τι ήταν αυτά που μου έλεγες πριν στο γραφείο, γιατί ξαφνικά πετάχτηκες στους διαδρόμους, τι σχέση έχει το μωρό σου;

- Τελευταία, Αλίκη μου, κάτι μου συμβαίνει. Δεν ξέρω τι. Έχω παραισθήσεις, ενοράσεις, κοιμάμαι όρθια, πες το όπως θες, λίγη σημασία έχει. Νιώθω συνεχώς να απομακρύνομαι από αυτή την πραγματικότητα.

Η Αλίκη είχε απηυδήσει.

- Τι εννοείς Νεφέλη, πώς μπορεί κάποιος να απομακρύνεται από την πραγματικότητα; Και πού πας, στο ψέμα;

- Κοίτα, Αλίκη, οι εμπειρίες μου, ανεξήγητες ακόμα και σε εμένα, θα έπρεπε να με είχαν καταβάλει, να με κάνουν να τρελαθώ. Είμαι βέβαιη όμως ότι δεν χάνω το μυαλό μου. Μάλλον το βρίσκω για πρώτη φορά, σκέφτομαι με τόση διαύγεια που αναρωτιέμαι αν είμαι εγώ που σκέφτομαι ή κάποιος άλλος. Αντί να τρελαθώ ή να πάθω κατάθλιψη, νιώθω για πρώτη φορά στη ζωή μου ότι αγγίζω την ελευθερία.

- Την ελευθερία; Τι εννοείς, γιατί μέχρι τώρα τι ήσουν, δεν ήσουν ελεύθερη;

Η Αλίκη είχε καταλάβει ότι ο διάλογος δεν έβγαζε σε κανένα συμπέρασμα. Ήδη σκεπτόταν ότι καλά έκανε που είχε μιλήσει με τον Αντώνη, ίσως όμως να ήταν ήδη πολύ αργά.

- Πνίγομαι Αλίκη, πνίγομαι, το καταλαβαίνεις; Όλα γύρω μου με πνίγουν, η δουλειά, ο άντρας μου, οι συγγενείς μου, οι φίλοι μου θέλουν όλοι από κάτι, θέλουν ένα μέρος μου, την ενέργειά μου.

Η Νεφέλη, παρά την ταραχή της, δεν έκλαιγε.

- Νιώθω πως κάποιος επεμβαίνει στο μυαλό μου, ζητάει την βοήθειά μου και μαζί μου δείχνει την αληθινή ελευθερία, αλλά, δεν είναι ακριβώς…άνθρωπος.

- Με τρομάζεις Νεφέλη, απάντησε η Αλίκη, τι εννοείς δεν είναι άνθρωπος; Μου φαίνεται ο τρελο-γκουρού σε επηρέασε.

- Όχι, όχι, αρνήθηκε η Νεφέλη. Δεν είναι ο γκουρού που το κάνει, αν και διαισθάνομαι ότι παίζει κάποιο ρόλο σε ό,τι μου συμβαίνει. Κάποιος άλλος με καλεί, με ζητάει κοντά του.

- Χρειάζεσαι βοήθεια, νομίζω, από κάποιον ειδικό.

Η Νεφέλη δεν ζητούσε παρηγοριά. Δεν ζητούσε συμβουλές. Είχε ορθώσει το ανάστημά της και πλησίαζε απειλητικά πια την Αλίκη. «Τι συμβαίνει Αλίκη, σε τρομάζω; Λυπάσαι που η φίλη σου ξυπνάει από το λήθαργό της;» Η Αλίκη έκανε ένα βήμα πίσω, πρώτη φορά έβλεπε έτσι τη φίλη της. Ένιωσε ένα τρομερό σφίξιμο στο στομάχι της, που συνεχώς μεγάλωνε. Μέχρι που μετατράπηκε σε σπασμούς. Λύγισε στα γόνατα με αναφιλητά. «Τι είσαι Νεφέλη, τι έγινες;» αλλά όταν σήκωσε το βλέμμα, η Νεφέλη δεν ήταν εκεί, είχε ανοίξει την πόρτα και είχε φτάσει ήδη στην έξοδο.

Στο δρόμο για το σπίτι, η Νεφέλη δεν σκεφτόταν παρά το μωρό της, αν είναι καλά. Είχε ένα προαίσθημα ότι κάτι είχε συμβεί και το μωρό της δεν ήταν ασφαλές με τον Αντώνη. Ο Αντώνης. Ο άνδρας της θα είχε ανησυχήσει. Μπορεί και όχι, δεν την ένοιαζε πια, κάποτε τον αγάπησε με όλη την δύναμη της καρδιάς της, αλλά από τότε που γεννήθηκε το μωρό είχαν απομακρυνθεί. Ίσως έφταιγε πως εκείνος δεν ήθελε παιδιά, χωρίς ποτέ να της εξηγήσει το λόγο. Πάντα έλεγε πως δεν ήθελε να διαιωνίσει το είδος, έλεγε πως τα γονίδιά του δεν άξιζαν να επιβιώσουν. Φυσικά τίποτα από αυτά δεν εμπόδισε την Νεφέλη να τον πείσει να κάνουν προσπάθειες. Οι προσπάθειες έγιναν, μάταιες για πολύ καιρό, μέχρι που χάρη στην επέμβαση κάποιου ιδιαίτερου γιατρού, η πολυπόθητη εγκυμοσύνη τους χτύπησε την πόρτα.

Οχτώ περίπου μήνες μετά, το μωράκι ήρθε, λίγο πρόωρα και με εύθραυστη υγεία. Η ζωή της Νεφέλης άλλαξε, η σχέση της με τον Αντώνη άλλαξε και οι όποιες ισορροπίες χάθηκαν, ακόμα και στην δουλειά της. Από τότε είχαν ξεκινήσει και οι παράξενες εμπειρίες που τώρα πια είχαν γίνει καθημερινότητα.

Πάρκαρε όπως όπως μπροστά από το σπίτι και έψαξε την τσάντα για τα κλειδιά της. Τότε είδε φώτα από το καθιστικό, τα “φώτα των καλεσμένων”, όπως τα έλεγε χαριτολογώντας ο Αντώνης. Κάποιος ήταν στο καθιστικό. Η Νεφέλη δεν ήθελε να μπει μέσα, δεν ήθελε να την καταλάβουν. Πάτησε πάνω σε μία γλάστρα για να φτάσει στο περβάζι και να κρυφοκοιτάξει από το παράθυρο. Τα χέρια της έτρεμαν και το ένστικτό της χτυπούσε συναγερμό. Μία κλεφτή ματιά της αποκάλυψε τον Αντώνη να κάθεται στην αγαπημένη του πολυθρόνα και χειρονομώντας έντονα να απευθύνεται σε κάποιον που καθόταν απέναντί του. Η Νεφέλη δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ήταν, οι κουρτίνες τον έκρυβαν, προσπάθησε να τεντωθεί λίγο περισσότερο και έχασε την ισορροπία της.

Αποφάσισε να μπει αθόρυβα από την πίσω πόρτα, να πάρει το παιδί και να φύγει, θα πήγαινε στην Αλίκη να μείνει, όχι στην Αλίκη, δεν μπορούσε να εμπιστευτεί κανέναν τώρα πια. Ψηλαφώντας έφτασε στην πίσω πόρτα, την άνοιξε χωρίς να κάνει κανένα θόρυβο και μπήκε μέσα στο σπίτι. Άκουγε αμυδρά τις φωνές από το σαλόνι. Στις μύτες των ποδιών της πέρασε από την κρεβατοκάμαρα και έφτασε στο δωμάτιο του παιδιού. Το μόνο που αντίκρισε εκεί ήταν ο ψυχρός τοίχος. Το ‘‘παρκάκι’’ του μωρού έλειπε και δεν υπήρχε τίποτα στην θέση του – ο χώρος ήταν κενός. «Θεέ μου, πού πήγε το μωρό;» σκέφτηκε και έκανε να φωνάξει, αλλά ο λυγμός χάθηκε κάπου στον λαιμό της.

«Σε περιμέναμε Νεφέλη μου», άκουσε έκπληκτη από το σαλόνι τη φωνή του Αντώνη. «Κάποιος έχει έρθει εδώ να σε δει και να σε βοηθήσει. Έλα σε παρακαλώ». Αν παρατηρούσε κανείς το ύφος της Νεφέλης θα απορούσε για την ραγδαία αλλαγή. Η απορία μετατράπηκε σε απόγνωση, αλλά η απόγνωση κατέληξε σε θυμό. Η Νεφέλη είχε θυμώσει. Τα μάτια της στένεψαν και το στόμα της έσφιξε. Τα σφιγμένα νύχια μάτωναν την παλάμη της. Όποιος κι αν ήταν αυτός που έπαιζε μαζί της, με τη λογική της, με τα νεύρα της, με το παιδί της, θα έπρεπε να της δώσει απαντήσεις. Δεν την ένοιαζε αν ήταν θεός ή άνθρωπος, άγγελος ή δαίμονας, δεν την ένοιαζε αν ήταν πολλοί ή ένας. Μάζεψε από κάτω την πεντάλφα που φορούσε πάντα στο μωρό για προστασία και κινήθηκε προς το σαλόνι.

Ο Αντώνης δεν σηκώθηκε από τη θέση του, ο Candrajα όμως ήταν αβρόφρων. Ώστε είχε βρει λοιπόν το σπίτι της, μιλούσε με τον άνδρα της, εδώ και πόσο καιρό άραγε; Παρανοϊκές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της και φαντάστηκε τους δυο τους να έχουν συμμαχήσει εναντίον της. Μα τι έλεγε; Όλοι είχαν συμμαχήσει εναντίον της, αλλιώς θα την βοηθούσαν και δεν θα την κοίταζαν σαν να είχαν μπροστά τους έναν τρελό. Και η Αλίκη ήταν στο κόλπο και οι συνάδελφοί της, η οικογένειά της, ακόμα και οι γείτονες γνώριζαν, η Βέτα γνώριζε.

Ήταν μόνη τώρα.

Μπορούσε να τρέξει μακριά τους, ή μπορούσε να τους πολεμήσει. Μπορούσε να καταρρεύσει, ή να βγάλει επιτέλους κάποιο συμπέρασμα και να ρίξει ολοκληρωτικά πια εκείνους τους πέπλους που την εμπόδιζαν να απελευθερωθεί. Το βλέμμα της ήταν δολοφονικό, είχε πάρει την απόφασή της. Τα λόγια της θα μαχαίρωναν ανελέητα τους δύο άνδρες που είχε μπροστά της, αν ο Candraja δεν την προλάβαινε και ξεστόμιζε: «Γνωρίζω ποιος σε καλεί. Κινδυνεύεις. Ήρθε η ώρα να κάνεις το Άλμα και είμαι εδώ για να σε βοηθήσω»…