GreekEnglish (United Kingdom)

Menu

Follow us on

 





Wolkenkuckucksheim - Περίπατος στο εκεί
Article Index
Wolkenkuckucksheim
Κρυμμένη ζωή
Μονόκερως
Πανωλεθρία
Περίπατος στο εκεί
Εξήγησις
All Pages

Νεφέλη…

Νεφέλη….Ξύπνα…

Νεφέλη…!

Η επιτακτική φωνή έβγαλε την Νεφέλη από τις παραισθήσεις της.

Ήταν ξαπλωμένη και ο ήλιος χάιδευε το πρόσωπό της και έκανε το μέτωπό της να ζαρώνει. Ένιωθε το φως σε κάθε σημείο του κορμιού της να τη ζεσταίνει, να τη γαργαλά, να την φωτίζει. Έκανε ν’ ανοίξει τα μάτια της αλλά δε μπόρεσε. Τόσο έντονο ήταν. Ανασηκώθηκε.

Σήκωσε το χέρι της για να προστατέψει τα μάτια της, τα μισοάνοιξε, αλλά πάλι δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα άλλο εκτός από εκείνο το υπέρλαμπρο φως που φαινόταν να έχει πλημμυρίσει τα πάντα ή να είναι τα πάντα.

Συνειδητοποίησε πως αιωρούταν και ενθουσιάστηκε. Ένα συναίσθημα κατέλαβε κάθε κύτταρο του κορμιού της, τόσο αναζωογονητικό, τόσο ευχάριστο, τόσο έντονο και τόσο πρωτόγνωρο. Αυτό θα πρέπει να ήταν η αίσθηση της απόλυτης ευτυχίας, της απόλυτης ελευθερίας. Δεν ξέρει ούτε η ίδια πόση ώρα πέρασε έτσι, δεν σκεφτόταν, δεν φοβόταν, δεν ήλπιζε, αλλά βίωνε αυτό το συναίσθημα και θα μπορούσε να είναι έτσι για πάντα, σκέφτηκε, χωρίς τίποτα άλλο, χωρίς κανέναν. Δεν είχε άλλες ανάγκες και δεν την ένοιαζαν οι ανάγκες κανενός, για πρώτη φορά στη ζωή της η Νεφέλη ήταν ελεύθερη, ήταν απόλυτα ευτυχισμένη, ήταν πλήρης.

Ήταν τότε που κάτι μπήκε μπροστά σε αυτήν και στην πηγή αυτού του θείου φωτός που στην αρχή είχε περάσει για τον ήλιο. Το κορμί της πάγωσε μονομιάς και η αίσθηση που είχε προηγουμένως χάθηκε μαζί με τη ζεστασιά. Μια σκοτεινή σιλουέτα βρισκόταν απέναντί της και την παρατηρούσε. Η Νεφέλη ένιωσε απαίσια, σαν να ήταν γυμνή απέναντι σε έναν άγνωστο, ο οποίος παραβίαζε κάτι από το είναι της.

Σταμάτησε να αιωρείται, τώρα έπεφτε, τώρα την είχε καταλάβει αγωνία και τώρα η λογική της είχε επανέλθει.

«Τι συμβαίνει;» σκέφτηκε τρομοκρατημένη. «Πού είμαι, τι έπαθα;»

Νόμιζε πως θα πέθαινε και σιγουρεύτηκε όταν άρχισαν να έρχονται μπροστά στα μάτια της οι πιο έντονες αναμνήσεις της ζωής της.

Η οικογένειά της, οι φίλοι της, τα πεθερικά της, ο Αντώνης, το αφεντικό της, η Μπελίτ η γάτα που είχε όταν ήταν μικρή, οι παιδικοί της φίλοι, η Αλίκη, δυο τρεις γείτονες, ένας ασπρομάλλης ψηλός άντρας, ο γάμος της, η πρώτη της φορά, η κηδεία της γιαγιάς της, η γέννηση του παιδιού της, το παιδί της. Φυσικά! Το παιδί της.

Πώς το ξέχασε, πώς ήταν δυνατόν να μην το σκεφτεί πρώτο από όλα. Η ταχύτητα της πτώσης της ελαττώθηκε έως ότου μηδενίστηκε. Το σφίξιμο στο στομάχι της από την πτώση υποχώρησε.

Κοίταξε ολόγυρά της και είδε πως στεκόταν στην κορυφή ενός λόφου. Το τοπίο γύρω της ήταν καταπράσινο με πάρα πολλά δέντρα διαφόρων ειδών. Ένα μεγάλο ποτάμι κυλούσε προς τη δύση, εκεί όπου ο ήλιος χανόταν πίσω από τις κορυφές κάποιων μακρινών βουνών. Ο αέρας κουβαλούσε πάνω του τις αμέτρητες μυρωδιές της φύσης, χώμα, χορτάρι, δέντρα, ζώα, λουλούδια, ακόμα και η επερχόμενη βροχή ήταν αποτυπωμένη πάνω του. Η Νεφέλη παρατήρησε τα σύννεφα να τρέχουν κάπου εκεί ψηλά και να αλλάζουν μορφές. Τόσο απαλές ήταν αυτές οι αλλαγές που δεν μπορούσε να διακρίνει τη στιγμή που η χελώνα γινόταν δράκος, μα το καταλάβαινε εκ των υστέρων.

Και η ώρα πέρασε και ο δράκος έγινε πλοίο και το πλοίο έγινε ψάρι και το ψάρι έγινε μονόκερως και ο ήλιος κρύφτηκε και ο άνεμος κόπασε και η σκοτεινή σιλουέτα βρέθηκε μαζί της πάνω στο λόφο και η ψιχάλα άρχισε. Δεν φοβόταν πλέον, το τοπίο της έφερε μια γλυκιά μελαγχολία καθώς ο ήλιος και η θάλασσα σταμάτησαν να παίζουν.

Νεφέλη, για αυτό στενοχωριέσαι, είπε η σκοτεινή σιλουέτα με μια φωνή βαθιά, καθησυχαστική, οικεία. Το παιχνίδι ποτέ δεν τελειώνει, εξάλλου ο Ίκαρος δεν πέθανε.

Δεν πέθανε; ρώτησε η Νεφέλη εμβρόντητη, λες και το είχε καημό αν πέθανε ή όχι.

Όχι βέβαια, απορώ ποιος διαδίδει τέτοιες φήμες. Βέβαια, συνέχισε να λέει, με τη λογική τη δική σου μπορείς να θεωρηθείς νεκρή.

Νεκρή, μα δε …δεν είμαι νεκρή, ψέλλισε με μια υποψία φόβου να μεγαλώνει στα στήθη της.

Ό άντρας έκανε να φύγει.

«Στάσου», φώναξε η Νεφέλη και έκανε να τον φτάσει, αλλά σκόνταψε σε μια πέτρα και έπεσε. Άρχισε να κουτρουβαλάει την πλαγιά του λόφου έτσι ώστε έφτασε κάτω σε ελάχιστο χρόνο. Σηκώθηκε ζαλισμένη πιάνοντας το κεφάλι της. Όλα γύριζαν. Ο λόφος τώρα πια είχε μια γραμμή από πατημένα χόρτα και λουλούδια που έφτανε ίσα πάνω στην κορυφή. Αυτή ήταν η τροχιά που διέγραψε και η Νεφέλη. Έκανε να γελάσει με το θέαμα, αλλά ξαφνικά όλα άρχισαν να γυρίζουν ακόμα πιο γρήγορα και το τοπίο μαύρισε και σκοτείνιασε τελείως. Ένιωσε πως ήταν ρούχο μέσα σε πλυντήριο ή αστροναύτης που εκπαιδεύεται ώστε να αντέχει την φυγόκεντρο δύναμη.

Όταν όλα σταμάτησαν να γυρίζουν παρατήρησε πως ήταν πάνω σε έναν ψηλό βράχο στη μέση μιας αχανούς ερήμου. Το μόνο πράγμα που έσπαγε την μονοτονία ήταν οι αμμόλοφοι. Πανέμορφοι πανύψηλοι αμμόλοφοι. Ο ουρανός ήταν έτσι όπως δεν τον είχε ξαναδεί. Γεμάτος αστέρια και νεφελώματα. Ένα απαλό αεράκι χάιδευε τη Νεφέλη και της έφερνε μια δροσιά και οσμές από το μέρος. Παρατηρούσε εκστασιασμένη το τοπίο. Ένιωθε πολύ μικρή, πολύ ασήμαντη, αλλά ταυτόχρονα σημαντική, μιας και ήταν το μόνο ζωντανό πλάσμα σε αυτή την έρημη έρημο.

«Ζωντανό;»

Η φωνή ακούστηκε ακριβώς δίπλα από τα αυτιά της Νεφέλης και την έκανε να τιναχτεί. Της έμοιασε με φιδιού και ανατρίχιασε. Γύρισε μόνο και μόνο για να δει τη σκοτεινή σιλουέτα, μόνο που τώρα δεν είχε κάτι το αφύσικο. Έμοιαζε περισσότερο με έναν ψηλό άνδρα που φορούσε έναν μαύρο μεταξένιο μανδύα και λιγότερο με κάτι εξωκοσμικό που ήταν τυλιγμένο με σκοτάδι. Η κουκούλα του ήταν σηκωμένη και έκρυβε το πρόσωπό του. Ωστόσο, κάποιες φορές τα μάτια του αντανακλούσαν ένα λευκό φως, όπως της γάτας.

«Εδώ που βρισκόμαστε τίποτα δεν είναι ζωντανό», της είπε.

Η Νεφέλη ανατρίχιασε για πολλοστή φορά.

«Δεν σε πιστεύω», του είπε απότομα.

Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους του.

«Δικό σου πρόβλημα, εγώ μια φορά σου λέω την αλήθεια». Γύρισε και κοίταξε προς τα αστέρια. Η Νεφέλη ακολούθησε το βλέμμα του. «Πες μου τι βλέπεις γνώριμο σε αυτόν τον ουρανό».

Η Νεφέλη άρχισε να παρατηρεί προσεχτικά τον ουρανό. Δεν χρειάζονταν πολλές γνώσεις περί αστροπαρατήρησης για να αντιληφθεί πως ο ουρανός αυτός ήταν διαφορετικός από αυτόν που ήξερε. Σ’ αυτόν υπήρχαν χρώματα, σ’ αυτόν οι γαλαξίες φαίνονταν τεράστιοι και τα άστρα ήταν υπέρλαμπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, πορτοκαλί, λευκά. Τα νεφελώματα ήταν τα πιο εντυπωσιακά. Ήταν πολύ έντονα με διάφορα χρώματα και άλλαζαν σχήμα όπως τα σύννεφα, με λίγο πιο αργό ρυθμό.

Το θέαμα την είχε συνεπάρει.

Πού είμαστε; ρώτησε με περισσότερο ενθουσιασμό παρά φόβο στη φωνή της.

Σου αρέσει εδώ;

Ναι! Πολύ. Πάρα πολύ! απάντησε αυθόρμητα, χαζεύοντας ακόμη τον μαγευτικό ουρανό και τις απίστευτες μορφές και σχέδια που άλλαζαν τα νεφελώματα.

Τότε κάτσε, της είπε.

Ναι θα κάτσω!, απάντησε σαν υπνωτισμένη.

Ήταν τόση η ομορφιά που αντίκριζε που είχε πλημμυρίσει τις αισθήσεις της. Ένιωθε πλήρης για δεύτερη φορά. Η γυναίκα έγινε δέντρο και το δέντρο έγινε άνδρας και ο άνδρας έγινε φίδι και το φίδι έγινε δελφίνι και το δελφίνι έγινε μονόκερως και ο μονόκερως έμεινε μονόκερως και συνέχισε να είναι μονόκερως και η Νεφέλη παρατήρησε πως αγωνιζόταν να μείνει μονόκερως και τα κατάφερνε έστω και με δυσκολία. Συνειρμικά, από ένα μονοπάτι δεκάδων εικόνων, λέξεων και συναισθημάτων το παιδί της ξανανέβηκε στη σκέψη της.

«Και εκεί θα πρέπει να μείνει», είπε μια άλλη φωνή, ενός άλλου άνδρα. Μια πολύ οικεία φωνή που δεν μπορούσε όμως να καταλάβει σε ποιον ανήκε.

Γύρισε να δει ποιος άλλος ήταν μαζί τους στο λόφο. Αντ’ αυτού διαπίστωσε πως ήταν μόνη της. Μονάχη στεκόταν η Νεφέλη πάνω στον Βράχο, Μονάχη στεκόταν και μέσα στην έρημο. Μονάχη στέκομαι και στη ζωή μου, σκέφτηκε μελαγχολικά.

Στράφηκε ξανά προς τον ουρανό. Ο μονόκερως ήταν ακόμη εκεί, μετά βίας κρατιόταν. Από μέσα του πάσχιζαν να ξεπηδήσουν άλλες μορφές αλλά δεν μπορούσαν. Σαν να έδινε έναν αγώνα επιβίωσης εκεί πάνω. Κάποια άλλα νεφελώματα πλησίαζαν σιγά σιγά το νεφέλωμα του Μονόκερου. Μάλλον έχουν απειλητικές διαθέσεις, σκέφτηκε η Νεφέλη. Ανασήκωσε τους ώμους της και γύρισε να φύγει, έπεσε όμως πάλι στον άντρα με τον μαύρο μεταξωτό μανδύα.

Κουράστηκες; τη ρώτησε με την βαθιά φωνή του.

Ναι, θέλω να πάω σπίτι μου. Η Νεφέλη είχε αρχίσει να κρυώνει και είχε σταυρώσει τα χέρια στο στομάχι της.

Σε ποιο σπίτι από όλα; Ο άντρας της μιλούσε σαν να ήταν μικρό παιδί, αργά, προσποιητά και ευχάριστα.

Εκείνη απόρησε. «Τι ποιο σπίτι;», σκέφτηκε, «Ένα σπίτι έχω».

Είσαι σίγουρη;

Για άλλη μια φορά απαντούσε στις σκέψεις της, για άλλη μια φορά την έκανε να ανατριχιάσει. Ήθελε να φύγει. Ένα αίσθημα ότι βρισκόταν σε κίνδυνο την κατέλαβε ολοκληρωτικά. Άρχισε να φοβάται, άρχισε να κρυώνει. Άρχισε να αισθάνεται πως πρέπει να είναι δίπλα στο παιδί της, μαζί με τον άντρα της στο σπίτι τους.

Έκανε να φύγει αλλά ο άντρας την έπιασε από το χέρι πολύ γρήγορα. Η Νεφέλη μόλις τότε παρατήρησε πως ο άντρας αυτός φορούσε γάντια και τότε ήταν που άρχισε να δημιουργείται μέσα της η εντύπωση πως δεν ήταν άνθρωπος. Έκανε να ξεφύγει, αλλά η σιδερένια λαβή του άντρα την απέτρεψε. Σίγουρα δεν ήταν ανθρώπινη.

«Θες να φύγεις; Από τώρα, όταν έχω να σου δείξω ακόμη τόσα πράγματα;»

Η φωνή του δήλωνε απορία αλλά ήταν ήρεμος.

«Δεν θες να σου μιλήσω για την αλήθεια; Δεν θες να σου δείξω ό,τι γνωρίζω; Εξάλλου, εσύ ήρθες και με βρήκες, εσύ απάντησες στο κάλεσμά μου, μην αφήνεις αυτόν τον παροδικό φόβο να σε καταβάλει. Μαζί θα ξεπεράσουμε όποιον φόβο και όποια ανασφάλεια έχεις και θα υπερπηδήσουμε κάθε εμπόδιο που θα σταθεί ανάμεσα σε εσένα και στην ελευθερία».

Τα λόγια του είχαν αντίκτυπο στα συναισθήματα της Νεφέλης. Ένιωσε ξανά οικεία, ο φόβος εξανεμίστηκε.

Η λαβή του άντρα χαλάρωσε. «Το μόνο που πρέπει να κάνεις, Νεφέλη, είναι να σφίξεις το χέρι μου δυνατά, να τα αφήσεις όλα πίσω και να έρθεις μαζί μου».

Η Νεφέλη κρατούσε ακόμα το χέρι του άντρα και ήταν έτοιμη να τον ακολουθήσει στα πιο απίθανα μέρη, όταν κάτι την άρπαξε δυνατά από τους ώμους και την σήκωσε στον αέρα.

Ήταν ένας άνδρας με γκριζόασπρα μαλλιά και γαλάζια μάτια, πάνω σε έναν μονόκερο. Αυτός την είχε αρπάξει και την είχε βάλει μπροστά του καθώς απομακρύνονταν από την έρημο και κατευθύνονταν στα νεφελώματα, από όπου και είχαν έρθει σχίζοντας τον αέρα με τεράστια ταχύτητα.

Η Νεφέλη είχε σαστίσει καθώς οι αναμνήσεις επανέρχονταν σταδιακά και καθώς καταλάβαινε σιγά σιγά τι συνέβαινε.

Θυμόταν πως είχε μπει έξαλλη στο σαλόνι του σπιτιού της και εκεί ο Candraja άρχισε να της μιλάει για έναν κίνδυνο που ελλόχευε στα πιο απίθανα μέρη. Μιλούσαν ώρες για αυτό το κάτι που συνέβαινε στη Νεφέλη και τον τελευταίο καιρό την είχε αλλάξει. Της είχε πει πως χρειαζόταν καθοδήγηση και πως ήταν διατεθειμένος να την βοηθήσει αν εκείνη το ήθελε. Ο άντρας της καταλάβαινε και θα ήταν μαζί της και αυτό της έδωσε τη δύναμη - ύστερα από πολλές ώρες συζήτησης - να δεχτεί.

 

Έτσι, ο Candraja με μια υπνική άσκηση που της έδειξε και με την βοήθεια του Καρταζόνον, ενός βοτάνου, κατάφερε να την κοιμίσει και να την στείλει στο εκεί, όπως το έλεγε. Έπρεπε μόνη της να δει με τι ήταν αντιμέτωπη και τι θα κυνηγούσε. Χαρακτηριστικά της είπε: «Πρέπει να πάρεις πρέφα σε τι είδους γήπεδο θα παίξουμε μπάλα».

Όλα ήταν έτοιμα και λίγο πριν η Νεφέλη αποκοιμηθεί , ο Candraja της είπε: «Όταν νιώσεις πως θες να μας αποχωριστείς, σκέψου το μόνο πράγμα που θα σε κρατούσε εδώ».

Τώρα που άνοιξε τα μάτια της, αντίκρισε τον Candraja και τον Αντώνη να πίνουν από ένα δυνατό ποτό και στη μέση, δίπλα στον καναπέ που ήταν ξαπλωμένη η Νεφέλη και μπροστά από το αναμμένο τζάκι, το μωρό. Ανασηκώθηκε νιώθοντας το κεφάλι της να είναι ασήκωτο και το σώμα της σμπαράλια, σαν να κοιμόταν τρεις μέρες συνεχόμενες. Σύμφωνα με το ρολόι στον τοίχο ήταν περασμένα μεσάνυχτα.

 

Ο Αντώνης της χαμογέλασε. Ήταν κατάχλομος και ταλαιπωρημένος. «Είσαι καλά;» η φωνή του ακούστηκε σπασμένη, αλλά δήλωνε πραγματικό ενδιαφέρον. Ο Candraja ήταν καταϊδρωμένος και λαχανιασμένος. Χαμογέλασε με το που την είδε να σηκώνεται και κατέβασε το υπόλοιπο από το ουίσκι του μονομιάς.

«Τι συνέβη;» ρώτησε η Νεφέλη, αφού ασχολήθηκε λίγο με το μωρό που κοιμόταν.

«Κοιμάσαι μια ολόκληρη μέρα τώρα», αποκρίθηκε ο Αντώνης. «Ο Candraja είπε πως κινδύνεψες και πως σε έσωσε την τελευταία στιγμή».

Η Νεφέλη δεν καταλάβαινε τίποτα. Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του Αντώνη για να συνέλθει. Δεν είχε δει τον άντρα της έτσι πολύ καιρό τώρα. Από την αρρώστια του μωρού είχε να τον δει τόσο χλωμό και τόσο ανήσυχο. Άρχισε τότε να τους διηγείται συνεπαρμένη από την ένταση αυτού του βιώματος τα πάντα, για τον σκοτεινό άντρα, για τα απίθανα ταξίδια της και για τα απίστευτα συναισθήματα που είχε νιώσει. Λέγοντάς τα άρχιζε και η ίδια να τα νοσταλγεί. Ήταν σαν να είχε περάσει πολύ καιρό στο “εκεί”, πολύ περισσότερο από μια μέρα.

Έπιασε τον εαυτό της να χαμογελά μελαγχολικά όταν τον παρομοίασε με την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων. Η διήγηση αυτού του ταξιδιού είχε συνεπάρει τους δύο ακροατές, μα περισσότερο τον Candraja που σε πολλά σημεία χαμογελούσε, σε αντίθεση με τον Αντώνη, που όλα αυτά του φαίνονταν πολύ παράξενα.

Είσαι πολύ δυνατή Νεφέλη, είπε ο Candraja μετά την βαθιά σιωπή που ακολούθησε το τέλος της ιστορίας της. Τόσο που μας εξέπληξες όλους.

Ίσως θα είναι καλύτερα να μου τα εξηγήσεις όλα. Τώρα! είπε με αποφασιστικότητα στον γκουρού. Υποτίθεται πως αυτή η ύπνωση θα μου έλυνε τις απορίες μου, θα μου έδειχνε τον δρόμο. Αντί για αυτό, βέβαια, μπερδεύτηκα ακόμη περισσότερο.

Ο Candraja σηκώθηκε όρθιος. Βάδισε προς το τζάκι και παρατήρησε λίγη ώρα τις φλόγες. Στράφηκε στη Νεφέλη με ένα πολύ σοβαρό ύφος.

Ήρθε η ώρα να σου κάνω μια πολύ σημαντική αποκάλυψη, Νεφέλη. Ήρθε η ώρα να σου μιλήσω για μια αλήθεια που δεν ξέρω αν θα την αντέξεις. Ήρθε η στιγμή να σου ζητήσω να κάνεις το επόμενο βήμα, να κάνεις την υπέρβαση.

Ακούω, είπε αποφασιστικά η Νεφέλη.

Κοιτούσε την κούνια και έπαιρνε απίστευτη δύναμη στη σκέψη του μωρού της. Κάτι της συνέβαινε καιρό τώρα και το τελευταίο διάστημα ό,τι της συνέβαινε είχε γίνει πιο έντονο. Φοβόταν πως θα τρελαινόταν και ήθελε καθοδήγηση. Ήθελε να γνωρίζει, ήθελε να αντιμετωπίσει ό,τι περνούσε ώστε να είναι εκεί, να είναι δυνατή για αυτήν την μικροσκοπική μπάλα ζωής που ανέπνεε αθόρυβα μέσα στην κούνια.

Για το μωρό θα ήταν δυνατή, και θα άντεχε όποια αλήθεια και ότι και αν της έλεγε ή της ζητούσε ο Candraja.